Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Μπέρλιν Μπέιμπι

Το περπάτησα πολύ το Βερολίνο. Πέντε, οκτώ, δέκα ώρες πέρα δώθε κάθε μέρα με τα πόδια για λίγο παραπάνω από μια βδομάδα, ακολουθώντας τη μύτη μου σαν το αδέσποτο. Δεν ξέρω τι έψαχνα. Ίσως κάποια απ' αυτά τα κρυφά μέρη, τα μοναχικά παγκάκια στις άκρες ξεχασμένων, σκοτεινών πάρκων, όπου μπορείς να νιώσεις την πόλη να σου γνέφει να την πλησιάσεις σαν πουτάνα στο πεζοδρόμιο. Στα μπαρ δεν το ένιωσα το πνεύμα της μεγαλούπολης, στα κλαμπ δε γουστάρω. Στις πλατείες μου σπάσανε τα νεύρα να αγοράσω φούντα, πρέζα και κάτι άλλα σερβιρισμένα με αργκό που δεν έχω ξανακούσει.

Στο δρόμο λοιπόν βρήκα κάτι απ' αυτό που αναζητούσα, με τις σόλες απ' τις μπότες μου να γδέρνονται πάνω στην άσφαλτο, τα μάτια να ρουφάνε τα κτήρια αχόρταγα και το βαρύ παλτό του παππού μου -ειρωνεία, αυτός ήρθε αιχμάλωτος και εγώ τουρίστας- γερά σφιγμένο στο λαιμό να μη μπουκάρει το κρύο στο στήθος. Εκεί μπόρεσα να χαρώ το αστικό τοπίο, να νιώσω τα τσιμέντα και το χώμα και τα δέντρα και τους ανθρώπους με τη βάρβαρη, γοητευτική γλώσσα.

Κάθε φορά που προσγειώνομαι σε φρέσκο έδαφος, ας είναι και της πατρίδας, βάζω τα δυνατά μου να συγκεντρωθώ για να νιώσω τον παλμό του τόπου. Είναι μια αίσθηση παρά μια εικόνα, ένα περίεργο συναίσθημα ιδιαίτερο και ξεχωριστό όσο και η μυρωδιά του κάθε ανθρώπου. Κάποιες φορές έρχεται μέσα από συζητήσεις με ντόπιους, άλλες από περιπλανήσεις, μέσα από τοπία ή χρώματα. Άλλες δεν έρχεται καθόλου, ή άλλες, το δακτυλικό αποτύπωμα είναι τόσο θλιβερό και δύσκολο που με καταβάλλει με αποτέλεσμα να μουτζουρώνομαι και εγώ άθελά μου απ' τη σκουριά του και να το κουβαλάω μαζί μου πίσω.

Η πόλη με την αρκούδα στη σημαία της ήταν τόσο ασφυκτικά γεμάτη από διαφορετικά χνώτα που μου 'ταν σχεδόν αδύνατον να ξεχωρίσω κάτι και να εστιάσω πάνω του για αρκετή ώρα ώστε να σχηματίσω άποψη. Ιδανικά, θα 'θελα ίσως να τη ζήσω σε κάποια λιγότερο ταραγμένη εποχή, ίσως κάμποσες εκατοντάδες χρόνια πριν, που τα ντουβάρια της ήταν λιγότερο ποτισμένα με την ένταση της ένοχης ιστορίας της. Αλλά απ' την άλλη όμως πάλι, για ποια πόλη δεν μπορείς να πεις κάτι παρόμοιο?

Οι μέρες ήταν λίγες, πολύ λίγες, και οι μέρες πέρασαν γρήγορα, πάρα πολύ γρήγορα, και χωρίς να το καταλάβω, ήμουν ήδη μέσα στο τρένο για αεροδρόμιο. Η πτήση μου έφευγε στις έξι το πρωί οπότε -όντας πάντα υπερβολικά ανασφαλής με τα χρονικά όρια- πήρα τη νύχτα σερί με κοκτέιλ και τσιγάρα, και δυόμισι η ώρα καβάλησα ζαλισμένος σαν κοτόπουλο την ταχεία.

Με πήρε κάπως ο ύπνος δυο-τρεις φορές πάνω στο κάθισμα και ξυπνούσα αλαφιασμένος με το χάρτη του μετρό τσαλακωμένο στο χέρι κοιτάζοντας από συνήθεια αριστερά-δεξιά απ' τα παράθυρα, μπας και αναγνωρίσω κάτι, παρόλο που δεν είχα ούτε καν ένα στοιχειώδη μπούσουλα για το πως είναι το τοπίο κοντά στο αεροδρόμιο.

Κάποτε φτάσαμε, περπάτησα μέχρι το τσεκ ιν παρέα με τους υπόλοιπους τουρίστες, ταξιδιώτες, μπίζνεσμεν, μετανάστες και περαστικούς. Έδωσα το εισιτήριό μου στην κοπέλα. Το κοιτάει. Με κοιτάει. Το ξανακοιτάει, σφίγγει τα χείλια με ζορισμένη συγκαταβατικότητα και μου λέει, αλάνι μου, μπερδεύτηκες, αυτό είναι για αύριο. Τι λες μωρή, της λέω, σήμερα είναι. Όχι φίλος, μου κάνει, για αύριο είναι, να δες. Το κοίταξα. Όντως, τελικά ήταν για την επόμενη μέρα. Τι να της πω, δεν είπα τίποτα, ζορίστηκα λίγο, τα μπουκώθηκα, τα κατάπια και ξαναγύρισα στο σταθμό να περιμένω το τρένο για πίσω στο σπίτι που φιλοξενούμουνα, να κοιμηθώ στο χαλάκι της πόρτας τους σαν τον γάτο μέχρι να πάει δέκα-έντεκα ώστε να τους ξυπνήσω με λιγότερες ενοχές.

Δεν χολοέσκασα βέβαια, γιατί μία ακόμη μέρα διακοπές είναι μία ακόμη μέρα διακοπές όπως και να το πάρεις, και εγώ το είχα πάρει ζεστά. Αφού βιώσεις τις πρώτες διακόσιες γκάφες τέτοιου τύπου, ή μαθαίνεις να βλέπεις την θετική πλευρά των πραγμάτων ή γίνεσαι ένα μίζερο, καραφλό κάθαρμα με τα χείλια να τοξώνουν προς τα κάτω. Διάολε, θα 'πινα καφέδες, θα ΄πινα ενεργειακά ποτά με σπέρμα ταύρου ή τάρανδου δεν ξέρω, και θα ξαναξεχυνόμουνα στους δρόμους, με τις μπότες μου να μετράνε για μια μέρα ακόμη βήμα-βήμα τα πλατιά, παγωμένα πλακόστρωτα. Και το βράδυ πάλι σερί, δύο η ώρα τρένο και όλα γκουντ, όλα καλά, σενιέ πενιέ και ένα πακέτο τσιγάρα στην τσέπη.

Έτσι όπως περίμενα λοιπόν ξενυχτισμένος, σκουντουφλώντας, με ένα κεφάλι καζάνι που βράζει στο σταθμό για το τρένο μου, την είδα. Την είδα με την άκρη του ματιού μου να εκτινάσσεται άτσαλα απ' το παγκάκι με μπάσες, ξαφνιασμένες κραυγές, προσπαθώντας να πιάσει κάτι πολύχρωμα χαρτάκια που της πήρε απ' το χέρι μια ξαφνική ριπή ανέμου. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία. Η πρωτεύουσα ήταν γεμάτη με αλκοολικές φιγούρες τέτοιου τύπου και είχα φορτώσει τόσες πολλές που δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση.

Η στρογγυλοπρόσωπη τύπισα ξαναγύρισε στο παγκάκι με το ζόρι, σέρνοντας τα βήματά της, ρίχνοντας στο κάθε πόδι περισσότερο βάρος απ' ότι απαιτείται για να κρατήσεις ισορροπία ο μέσος άνθρωπος. Ξεκίνησα να την παρατηρώ. Το μπλουτζίν, τα κυριλέ παπούτσια και το κοντό, μπουρζουαζέ καλοχτενισμένο μαλλί δεν μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση. Σαρανταφεύγα. Ξανθιά και ασπριδερή, με πρησμένο σώμα και πρόσωπο, με ένα χοντρό λαμέ μπουφάν σφιγμένο πάνω της και μια μικρή γυφτοκυριλέ, εκρού τσάντα. Αυτό που μου τράβηξε πραγματικά την προσοχή ήταν το χαρτονένιο, τρίλιτρο κρασί που είχε ακουμπισμένο δίπλα της και κατέβαζε λαίμαργα με γεμάτες γουλιές ανά πέντε λεπτά. Είχε το μέγεθος κουτιού για απορρυπαντικό και ένα μικρό, πράσινο, πλαστικό χερουλάκι από πάνω. Το εξωτερικό του ήταν στολισμένο με λαμπερά σταφύλλια, ασπροντυμένες κοπέλες με στρογγυλές καπελαδούρες και ηλιόλουστους αγρούς.

Κόλλησα πάνω της σαν πεταλίδα. Την έφαγα αμέσως πως βρίσκεται στο σημείο του πιτώματος που έχει βάλει μπρος τον αυτόματο πιλότο και οι συνειδητές της ενέργειες είναι ελάχιστες. Πράγματι, κάθε τρεις και λίγο πατίκωνε μηχανικά τα μαλλιά της, έψαχνε κάτι μέσα στην τσάντα της, έσφιγγε το μπουφάν της και έπινε μια γουλιά απ' το σκατόκρασο. Με αυτή τη σειρά, ανά πέντε περίπου λεπτά για ένα μισάωρο και βάλε. Η όξινη μυρωδιά του κρασιού ανακατεμένη με λακ και μια γλυκερή, βαριά κολόνια έφτανε στα ρουθούνια μου κι ας είχα κάποια απόσταση.

Όταν έφτασε το τρένο την περίμενα να μπει πρώτη και μετά κάθισα στο απέναντι κουβούκλιο, σε σημείο κατάλληλο για να μπορώ να την παρατηρώ μέσα απ' την αντανάκλαση του παράθυρου χωρίς να καρφώνομαι, τάχα μου πως ρεμβάζω το τοπίο.

Συνέχισε ανενόχλητη τη ρουτίνα της. Σε κάποια φάση, ανοίγει την τσάντα και βγάζει από μέσα ένα χοντρό, τσαλακωμένο πάκο με κατοστάρικα, πενηντάρικα, εικοσάρικα και δεκάρικα, τον ακουμπάει πάνω στο διπλανό κάθισμα και αρχίζει να τα μετράει. Μου 'φυγε η μαγκιά. Υπολόγισα στα πεταχτά πως ήταν να ήταν πάνω από δύο χιλιάρικα. Είχε κλειστό το ένα μάτι και περνούσε τα χαρτονομίσματα από το ένα χέρι στο άλλο αργά, με το χείλια της να ανοιγοκλείνουν ρυθμικά και ίνες κόκκινου απ' το κρασί σάλιου να φεύγουν πάνω στα μπούτια της απ΄ την δεξιά άκρη. Δεν έμπαινε στον κόπο να τα σκουπίσει, νομίζω δεν το καταλάβαινε καν.

Όταν τελείωσε το μέτρημα, τα έβαλε πάλι μέσα στην τσάντα, την έκλεισε, ξαναπήρε το υπερμεγέθες κουτί, ρούφηξε, πέρασε την παλάμη πάνω απ' τα μαλλιά της δυο φορές, απ' την κορυφή του κεφαλιού προς το σβέρκο, έσφιξε το μπουφάν της και έκλεισε τα μάτια, λικνιζόμενη αργά και δύσκολα πέρα δώθε με ένα έντονο μορφασμό δυσφορίας. Μετά πάλι το χέρι στην τσάντα, πάλι τον πάκο με τους πέντε ελληνικούς βασικούς μισθούς πάνω στο κάθισμα και ούτω καθ' εξής. Επανέλαβε αυτή την ίδια διαδικασία οκτώ φορές μέσα στη μιάμιση ώρα που την παρατηρούσα, κάθε φορά ίδια και απαράλλαχτα, λες και πρόβαρε μια σκηνή από κάποιο παράξενο θεατρικό.

Το μυαλό μου πέταξε χιλιόμετρα όσο χάζευα την αντανάκλασή της. Είδα ενενήντα φορές την ιστορία της ζωής της να περνάει μπροστά απ' τα μάτια μου σαν προθανάτιο φλας μπακ, κάθε φορά με διαφορετική εξέλιξη, αρχή, μέση, τέλος και κομβικά σημεία. Τα ερωτηματικά ήταν πολλά και η επικοινωνία αδύνατη. Ακόμα κι αν οι ισχνές πιθανότητες να ξέρει αγγλικά ήτανε με το μέρος μου, δεν υπήρχε η παραμικρή περίπτωση να βγει άκρη μέσα σε εκείνο τον υποβρύχιο κόσμο που κολυμπούσε με το καρτόνι το κρασί να φαίνεται όλο και πιο ελαφρύ στο χέρι της, και το κεφάλι να πηγαίνει όλο και πιο πίσω με κάθε γουλιά για να στραγγίξει το βαθυκόκκινο περιεχόμενο.

Τα πιο ακραία σενάρια που μπόρεσα να σχηματίσω είχαν να κάνουν με κοινωνικό τρόμο. Εξτρίμ πορνεία, σωματεμπόριο, παιδοκτονία, σναφ, πρωινή ληστεία, απαγωγές, ντήλια, λύτρα, με ό,τι πιο άρρωστο μπορούσε να οπλιστεί το δηλητηριασμένο απ΄ το χόλιγουντ μυαλό μου. Είχα ανησυχήσει σε μεγάλο βαθμό, αναστατωθεί απ΄τον απίστευτο βαθμό παραίτησης που λάμβανα απ' αυτή την άσχημη, δαυλιασμένη μα φαινομενικά νορμάλ γυναίκα.

Η συνειδητοποίηση όμως της πραγματικότητας ήρθε αργά και φυσικά, σαν λάμπα οικονομίας που αργεί να φτάσει το ζενίθ της, και με έφερε αντίκρυ σε μια αλήθεια πιο μαύρη και ύπουλη απ΄ οτιδήποτε θα μπόρεσα να σκαρφιστώ με την τραγική μου φαντασία. Γιατί η πραγματικότητα είναι σχεδόν σίγουρα το πρώτο πράγμα που προσπαθώ μια ζωή να αποφύγω με κάθε μέσο, και από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου καταφεύγω σε συμπεράσματα επιστημονικής φαντασίας προκειμένου να μην χρειαστεί να δω κατάματα το διάβολο.

Ήταν απλό. Ήταν δευτέρα, επτά το πρωί. Ήταν τέλη του μήνα και η κυρία που 'χα δίπλα μου είχε ξυπνήσει από νωρίς για να κάνει τις δουλειές της, κατά πάσα πιθανότητα να πληρώσει κάποια δόση πριν λήξει και την τρέχουν. Ίσως μετά να πήγαινε στη εργασία της, η οποία ίσως να ήταν τόσο βαρετή που δεν απαιτούσε πνευματική εγρήγορση.

Κάποιοι χρειάζονται καφέ, χέσιμο και ένα σφηνάκι τσίπουρο για να στρώσουν το πρωί. Κάποιοι λεπτές, λευκές γραμμές και στοματικό διάλυμα, άλλοι τσιγάρα στριμμένα λεπτά σαν οδοντογλυφίδες ή χοντρά σαν ρόπαλα για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τον κόσμο εκεί έξω νιώθωντας έτοιμοι. Η κυρία δίπλα μου προφανώς χρειαζόταν αυτό ακριβώς που κατέβαζε. Τρία λίτρα κόκκινο κρασί. Τρία λίτρα χείριστης ποιότητας κόκκινο κρασί για να μην είναι σίγουρη αν κυλάει ακόμα μέσα στην σάπια ρουτίνα της σαν κόκκος άμμου στην κλεψύδρα ή τρυγάει σταφύλια παρέα με τις ασπροφορεμένες κοπέλες με τα πλατύγυρα καπέλα στους φωτεινούς αμπελώνες.

Τώρα το είχε αδειάσει και στηριζότανε στα γόνατά της γέρνοντας ελαφρώς μπροστά, βογγώντας ζορισμένα απ' το αγενές υγρό στο στομάχι της, με την τσάντα την φορτωμένη χιλιάρικα να κάθεται δίπλα της. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να την πάρει μαλακά και να φύγει, δεν υπήρχε περίπτωση να το καταλάβει. Ακόμα και εγώ γαργάλισα το ενδεχόμενο για λίγα δευτερόλεπτα, μα όχι για παραπάνω. Οι υπόλοιποι επιβάτες κάναν πως δεν την βλέπανε. Οι περισσότεροι τουρίστες στεκόταν με τα πρόσωπα στραμμένα προς άλλες κατευθύνσεις βάζοντας τα δυνατά τους να την αγνοήσουν όσο πιο πειστικά γίνεται.

Δυο πιτσιρίκια λυκειακής ηλικίας μονάχα την καρφώνανε. Στην αρχή περίμενα πως θα την κοροϊδεύανε, όπως κάνουν τα δικά μας στους ημιλυπόθυμους μεθυσμένους και τα πρεζάκια, μα ήταν κι οι δυο σοβαροί σαν λιοντάρια. Με σφιγμένα βλέμματα και χείλια δυο γραμμές, χέρια πλεγμένα γερά μεταξύ τους ή μες στις τσέπες, λαιμοί σκληροί σαν τσιμέντο. Σίγουρα δεν ήταν η πρώτη φορά που βλέπανε το έργο. Σου βάζω στοίχημα πως το 'χαν ξαναδεί εκατοντάδες φορές σε επανάληψη, σίγουρα και μες στο σπίτι.

Ξεκίνησα να ξεχωρίζω απ' τους επιβάτες τους περαστικούς και τους μόνιμους, και προσπάθησα να διαβάσω τις εκφράσεις τους λίγο καλύτερα. Ενώ οι περαστικοί είμασταν όλοι ανήσυχοι, οι ντόπιοι έδειχναν να νιώθουν μια μορφή οργισμένης ντροπής μπροστά στο θέαμα. Λες και για κάποιο λόγο ευθυνότανε για την κατάσταση της συντοπίτισσάς τους.

Γιατί είναι άλλο να βλέπεις τους ναρκοτουρίστες να κάνουν τα δικά τους στους δρόμους, και άλλο να έχεις κάποιον εν δυνάμει ή παλιό εαυτό κάθε μέρα δίπλα σου, να σου θυμίζει ποιός και τί θα μπορούσες να είσαι, μα κυρίως να σου θυμίζει τους λόγους που έφτασε εκεί.

Και το ένιωσα, επιτόπου, σαν βρεγμένη σφαλιάρα. Εκεί ακριβώς κατάλαβα πως μέσα στα μάτια των δυο πιτσιρικάδων, των μόνιμων κατοίκων και μέσα απ' το παράθυρο καθρεπτιζόταν αυτό που έψαχνα να βρω. Το πνεύμα της πόλης. Την αλήθεια της εξωφρενικών ρυθμών μεγαλούπολης που τόσο με αποπροσανατόλισε, πεμπτουσιωμένη σε ένα σημείο. Ήταν εκεί μπροστά μου, καθισμένη στο απέναντι κάθισμα, πιστή στη ναρκωμένη ρουτίνα της, ένα απ' τα φαντάσματα του Εμπενίζερ Σκρουτζ να στοιχειώνει με την κατάντια της όποιον τολμά να απλώσει πάνω της το βλέμμα του.

Το μεγαλείο της μεγαλούπολης σαν ιδέα δεν έπεσε ούτε εκατοστό μέσα μου, μα μπόρεσα να δω το κόστος του. Μπόρεσα να νιώσω το βάρος του μπετόν αρμέ, του ατσαλιού, του καυσαερίου, των ουσιών, του εκκωφαντικού θορύβου, της προστυχιάς, των οχημάτων, της μόλυνσης, της απροσωπίας, της βίας και της παγερής αδιαφορίας στους ώμους της κυρίας με τα χιλιάρικα στην τσάντα. Γεύτηκα για λίγο, πολύ λίγο, την αυστηρότητα, είδα αμυδρά να αχνοφαίνονται τα κάγκελα, και ένιωσα πεντακάθαρα για μια ακόμη φορά στη ζωή τυχερός που είμαι αιωνίως περαστικός, μα και που μπορώ να τα βλέπω.

Εικοσιτέσσερις ώρες αργότερα πετούσα πάνω από βουνά και πεδιάδες που ίσα που μπορούσα να διακρίνω μέσα απ' τα σύννεφα, κωμοπόλεις που φάνταζαν σαν ζωγραφιστές απ' το ύψος. Τα μάτια μου κλείνανε απ' την κούραση και πάσχιζα να τα κρατήσω για λίγο ακόμη ανοιχτά, να εντοπίσω έστω ένα αμάξι, ένα διαβάτη, ένα σπίτι. Λίγο ακόμη ανοιχτά, να νιώσω έστω και σαν όνειρο την άγνωστη πόλη από κάτω, να φαντασιωθώ το πνεύμα της, τους έρωτες των τοπικών ηρωών, τις αναποδιές των αγροτών, τα ζεστά οικογενειακά περιβάλλοντα, τις δυσκολίες των κατοίκων.

Κάτι, οτιδήποτε, ένα μικρό χάδι από κάτι καινούριο και φρέσκο, ό,τι χρειαστεί για να ξεπλύνω έστω και λίγο τη σκουριά απ' την ψυχή μου πριν προσγειωθώ στη φτωχομάνα και ανακατευτούνε οι λάσπες με τα αρώματα, οι λάσπες με τα τσιμέντα, οι λάσπες με τα πρόσωπα, οι λάσπες με τις λάσπες.

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Μια Ακόμη Βροχερή Νύχτα στον Παράδεισο

Στήσανε πάλκο και ηχεία στη στοά Μοδιάνο στα ψαράδικα, στο έτσι, σαν πειρατές. Δεν νομίζω πως ρωτήσανε και κανένα. Νομίζω πως απλά είπανε, α, να ένα γαμάτο μέρος να κάνουμε ένα λάιβ, και το κάνανε.

Εγώ σε ένα κομματάκι έπαιζα λίγη φυσαρμονικίτσα, μικρά πράγματα, και βοηθούσα να φύγουν τα μπλουζάκια. Κυρίως έπινα μπύρες, χαζοπαζάρευα και περνούσα καλά. Σε κάποια φάση έρχεται ο φύλακας με φανερή ανησυχία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό και μου λέει, τι είναι όλα αυτά, εμένα δεν με ειδοποίησε κανείς, εγώ τι να κάνω τώρα να τις κατεβάσω τις καγκελόπορτες? Τι να σου πω του λέω, κάνε ότι νομίζεις μα θα είναι λίγο πρόβλημα να περνάει ο κόσμος μέσα απ' τις τρύπες. Ταράχτηκε, άλλαξε δυο χρώματα, έφτυσε και πέντε μαλακίες παραπάνω να του φύγει η τσατίλα. Τελικά κούλαρε από μόνος του όταν του είπα ότι παίζω κλαρίνο. Είχε καταγωγή από Γιάννενα περιοχή και το αγαπάει πολύ το κλαρίνο, πράγμα που με κάποιο μαγικό τρόπο τα έλυσε όλα και οι πύλες μείνανε ανοιχτές.

Πως διάολο περιγράφεις ένα λάιβ στην ολότητά του? Είναι κυκλώνας. Έχει ενέργεια, έχει και φρίκη. Πολλά πρόσωπα, σπρωξίδια, παλιοί καλοί γνωστοί μα και κάλοι, γκομενέτα, πέντε πάνκηδες παίζουν πόγκο μεταξύ τους στη γωνία και πίνουν μαλαματίνα. Κάποιοι πηδιούνται στην τουαλέτα, κάποιος ξερνάει στη γωνία δίπλα στον κάδο, μια πιτσιρίκα είναι τόσο μεθυσμένη που χορεύει τσιφτετέλι ενώ από πίσω παίζει βαλς, έρχεται ο τέτοιος, που είσαι-τι κάνεις-καλά εσύ-που βρίσκεσαι-εδώ μωρέ φασάρα, έρχεται ο άλλος, τι λέει-κυριλέ-γαμάνε τα παιδιά-γαμάνε όντως και έτσι. Θα σκάσει μύτη και καμία πρώην, θα κάνουμε πως δεν είδαμε ο ένας τον άλλο, θα είναι εκεί και τα τάδε αλάνια που έχω γνωρίσει τριάντα φορές μα δεν θυμάμαι τα ονόματά τους και απλά τους χαιρετάω πια ως μπρο και φίλε.

Θα συγκεντρωθώ στη μουσική, όταν νιώσω αρκετά μεθυσμένος για να λυθώ και να γράψω στα αρχίδια μου τους υπόλοιπους εκατό νοματέους θα χορέψω ως ο κάγκουρας που πραγματικά είμαι, θα σκαλώσω με κάποια σόλα, θα κλέψω ότι με εντυπωσιάζει, θα κρίνω αυστηρά τους μουσικούς, ή και όχι, θα σημειώσω νοητά για να τους πω εβδομήντα παρατηρήσεις και προτάσεις που εγγυημένα θα έχω ξεχάσει μέχρι την επόμενη μέρα. Βαβούρα, πανικός, χάος, κορμιά κολλημένα το 'να πάνω στ' άλλο, δίνεις και παίρνεις το ρυθμό και τη ζέστη του δίπλα. Ο σαμάνος στο μικρόφωνο να κοιτάει εσένα μα και όλους τους άλλους ταυτόχρονα στα μάτια, να σου λέει αυτό που θέλεις να πεις και να ακούσεις κι ας μην ξέρεις καλά-καλά τι εννοεί, και έτσι καταλαβαίνεις πως είναι καλός σ' αυτό που κάνει.

Είναι φορές που εκεί, ανάμεσα στο πυροβολημένο απ' τα ντεσιμπέλ πλήθος νιώθω παγωμένος και ανήμπορος, έρμαιο του βίτσιου των μουσικών, που έχουν κεντήσει τα πάθη, το μεράκι, τα γούστα, τη σοφία και τη βρώμα τους στις νότες, και μου είναι αρκετά σοκαριστικό συνήθως, να νιώθω έτσι ευάλωτος και ευχείριστος σαν μαριονέτα ανάμεσα σε τόσο κόσμο.

Πάντα όμως αφήνω το κύμα να με παρασύρει στο τέλος, και πλέω ανάμεσα απ' τις μπουνάτσες και τις φουρτούνες τους σαν ένας μικρός ναυαγός σε ένα λιλιπούτειο, εφήμερο πέλαγος. Αφήνω τη μουσική να με φορέσει σα σακάκι και να με κάνει ότι θέλει. Όχι για πολύ όμως, ποτέ για πολύ. Όταν αισθάνομαι πως το δούναι και λαβείν με έχει φέρει σε σημείο που ξεμένω από μπαταρία αποσύρομαι διακριτικά λίγο πιο πέρα και βγάζω κάποιες στιγμές μόνος μου, μακριά απ' τους σαμάνους και τα γκομενέτα και τους γνωστούς και τους κάλους και τις πρώην και τα μελτέμια και τις φρίκες και τις ανατριχίλες στο σβέρκο, και αυτές ακριβώς οι στιγμές είναι οι αγαπημένες μου, αυτές που πραγματικά μου μένουν.

Έκανε κρύο και ψιχάλιζε, και οι ταρίφες είχαν μιζέρια στη φάτσα και οι περαστικοί είχαν τα φρύδια σμιγμένα και τα πρόσωπα χωμένα στα κασκόλ και τις εσάρπες, και τακούνια στο υγρό πεζοδρόμιο, και τα αμάξια να αρμενίζουνε αργά, προσεκτικά την βρεγμένη άσφαλτο, και η μύτη βουλωμένη, μα όχι αρκετά βουλωμένη για να της δραπετεύσει η μυρωδιά της βροχής πάνω στο πλακόστρωτο, και τσιγάρο στα δάχτυλα, και τα αυτιά να βουίζουν, και τα μάτια κλειστά και μελωδίες καρφωμένες στο μυαλό για τις επόμενες βδομάδες. Και η λατρεμένη θολούρα του αλκοόλ, να μην νιώθω ούτε τα χέρια ούτε τα πόδια μου απ' το κρύο, μα να πάλλομαι ολόκληρος κουρδισμένος σε 432.

Και τα μάτια κλειστά, και οι δροσερές στάλες να προσγειώνονται ευγενικά πάνω στο καυτό απ' τον πυρετό μέτωπο, ράκος μα που χρόνος για ύπνο και ξεκούραση. Και τα μάτια κλειστά, και ο τσουχτερός άνεμος απ' τα σκοτεινά στενά του Βαρδάρη να χαϊδεύει την πόλη, και ποιος γαμάει τον ένφια και τα μνημόνια, ποιος χέστηκε για την ρομαντική αγάπη και το νοίκι, ποιος έχει ειλικρινά ψυχικό απόθεμα να χολοσκάσει για πρόστιμα προς διατάραξης της κοινής ησυχίας. Τα μάτια κλειστά και η ψηλή, τσιμεντένια πόλη να παίζει τη δικιά της μουσική κι ας μην ακούγεται τίποτα. Και τα μάτια κλειστά, και μπορεί να πέρασαν έτσι δύο αιώνες ή δύο χρόνια ή δύο λεπτά, και η καύτρα να έχει φτάσει στη γόπα και να καίει το γάντι, μα είναι μόνο πόνος, δεν είναι αληθινός-αληθινός, δεν είναι αυτή η ανύψωση, αυτό το τράβηγμα στο στήθος που θα μπορούσε να είναι κάθαρση ή αγάπη ή καρδιακή προσβολή.

Με τα μάτια κλεισμένα, ξεπλυμένος απ' την αηδία, με τις άγκυρες κομμένες, το τσιμέντο στα πόδια σπασμένο, πιο ελαφρύς, αλαφροπάτητος, αλαφροΐσκιωτος, κουρασμένος μα όχι αλαφιασμένος. Ήρεμος, ελευθερωμένος.


Και θα το τελειώσω εγώ πριν με τελειώσει αυτό ή μου το κόψει ατυχώς κάποιος περαστικός, ή κάποιος θόρυβος. Και θα ανοίξω τα μάτια, θα πετάξω τη γόπα στο ρυάκι δίπλα απ' το πεζοδρόμιο, θα τινάξω το πέτο του παλτού και θα γυρίσω πίσω στα γκομενέτα και τις πρώην και τους κάλους και τους μπρο και τους φίλους και τους σαμάνους και τα κύματα και τα μπλουζάκια και τους πάνκηδες και τους μεθυσμένους και τους ερωτευμένους και τους φρικαρισμένους, τους καταθλιπτικούς, τους αυτόχειρες, τους απαθείς, τους αδιάφορους, τους τρελαμένους, τους σκιαγμένους, τους περίεργους, τους άβγαλτους, τους άθυμους, τους πλανώδιους, τους δαιμονισμένους, τους κλέφτες, τους άγιους, τους δοσίλογους, τους ευτυχείς, τους ισοβίτες, τους αστείους, τους αγύρτες, τους καταραμένους, τους προδότες, τους ήρωες, τους φυλακισμένους, τους πτυχιούχους, τους πρεζάκηδες, τους καυλωμένους, τους ανασφαλείς, τους ανασφάλιστους, τους άστεγους, πίσω σε αυτό το καζάνι που βράζει δίπλα απ' τα ηχεία μπροστά από τη σκηνή, πρώτη γραμμή, να ναυαγήσω για λίγο, λίγο ακόμα σ'αυτή την όμορφη, πεντάμορφη θάλασσα μέχρι να τελειώσουν τα παιδιά, να μαζέψουμε και να κρυφτούμε πάλι ο καθένας στη φωλιά του, να κοιμηθούμε και να δούμε όνειρα ίσως λίγο πιο παράξενα από χτες.

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Η Τριανδρία της Αγίας Τριάδας

Δεν θυμάμαι τι μήνας ήτανε μα είχε ζέστη, τόση ζέστη που φορούσα μόνο το μποξεράκι. Είχα όλα τα παράθυρα ορθάνοιχτα ακόμα και την πόρτα μπας και κάνει λίγο ρεύμα και δεν λιώσουνε οι τοίχοι.

Θυμάμαι ήταν τόση η κάψα που είχα συνεχώς τιγκαρισμένο το ψυγείο με μπύρες, απ' αυτές τις φτηνές με το ελληνικό όνομα που παρασκευάζονται στη Βουλγαρία και έχουνε γεύση χτεσινό μπουγαδόνερο, τρέχα γύρευε μα ήταν ό,τι πρέπει.

Ήταν ό,τι πρέπει για τη ζέστη σίγουρα, μα ήταν ό,τι πρέπει και για το ανάγνωσμα. Είχε πέσει στα χέρια μου ένα τόμος οκτακοσίων σελίδων με ποιήματα του Μπουκόφσκι στο πρωτότυπο και είχα παραδοθεί στην αγκαλιά του καφρομάστορα αραχτός στο δερμάτινο καναπέ μπροστά απ' την πόρτα, αδειάζοντας και τσαλακώνοντας κουτάκια, πετώντας τα στο πάτωμα όπως απαιτεί το ευγενές κλισέ.

Ήταν μια μια εκστατική περίοδος. O τύπος μιλούσε στην ψυχή μου. Το κάθε ποίημα του μου έλεγε πράγματα που προσπαθούσα να φέρω σε λέξεις επί χρόνια. Το 'κανε να μοιάζει απλό, σχεδόν εύκολο. Το 'κανε με τόση άνεση που σε προκαλούσε να δοκιμάσεις. Το μεταφρασμένα κείμενα που 'χα διαβάσει μέχρι τότε ήταν κυρίως πορνογραφικά, και είχα μείνει με την εντύπωση πως ο παππούς ήταν αυτό και μόνο: ένας αλκοόλας πορνόγερος. Tα ποιήματά του όμως με διέψευσαν. O γέρος είχε ψυχούλα, ο γέρος είχε βάθος, είχε οπτική.

Τον είχα πάρει αμπάριζα τον τόμο. Όσο διάβαζα, τσάκιζα σελίδες. Κάτω για τα ποιήματα που ήθελα να ψάξω περισσότερο , καθώς χανόμουν κάπως στη μετάφραση, και πάνω για αυτά που ένιωθα πως μου δίνουνε ώθηση, που άξιζε να τα διαβάσω όταν χρειαζόμουν καθοδήγηση. Όταν τον διάβαζα για τρίτη φορά, τα τσακίσματα ήταν τόσα πολλά που μου ήταν αδύνατον να βρω αυτό που ψάχνω. Στην πορεία έμαθα μέσες άκρες που βρίσκεται το κάθε τι και απλά το έβρισκα ανοίγοντας το βιβλίο.

Διάβαζα πυρετωδώς. Ξυπνούσα και μελετούσα Μπουκόφσκι. Κοιμόμουν κι ονειρευόμουνα Μπουκόφσκι. Ένιωθα να παίρνω τέτοια δύναμη απ' τα γραπτά του που οι διδαχές του Βούδα φαινόταν μπροστά του δευτεροκλασσάτο μυθιστόρημα. Ήταν το θρησκευτικό ανάγνωσμα που είχα ανάγκη εκείνη την εποχή. Οι διδαχές ενός σαπιοδόντη προφήτη που ζέχνει ουίσκι και νικοτίνη, ενός δασκάλου της σημερινής εποχής. Μπορώ να πω με σιγουριά, αν και ακούγεται ειρωνικό, πως η επιρροή που δέχθηκα απ' τον Μπουκόφσκι ήταν θεμελιώδης στο να σταματήσω να πίνω σαν καριόλης. Φαντάζομαι βέβαια πως δεν θα έχει την ίδια επίδραση σε όλους -γιαυτό υπάρχουν άλλωστε και παραπάνω από 4,300 ενεργές θρησκείες στον πλανήτη-, μα εγώ είδα το φως το αληθινό.

Θα 'ταν πλέον η τρίτη ίσως εβδομάδα σερί που άραζα στον καναπέ μπροστά απ' την πόρτα επιδιδόμενος στον παράδοξο διαλογισμό μου, ρουφώντας φτηνόμπυρες. Θυμάμαι πως μου 'χε κάνει τρομερή εντύπωση η σχέση του παππού με τις γάτες. Τις εκτιμούσε βαθύτατα, σε σημείο να τις αποκαλεί τους δάσκαλούς του. Θυμάμαι πως σκεφτόμουν πως αν μετενσαρκωνόταν ποτέ ο Μπουκόφσκι θα γινόταν αναμφίβολα γάτα.

Και να το.

Ένα μικρό, μαλλιαρό μαλακισμένο στην πόρτα μου. Ασπρόμαυρο, χνουδωτό, με μάτια ακόμη μπλε. Με την ξεμαλλιασμένη ουρά ολόρθη, να διαβαίνει δειλά το κατώφλι μου, να οσμίζεται τον αέρα.

Έμεινα τελείως ακίνητος να μην το τρομάξω και άρχισα να το παρατηρώ. Έκανε το γύρο του δωματίου αργά, προσεκτικά, μυρίζοντας τα έπιπλα και τα σπορτέξ μου. Έπαιξε λίγο με τα κορδόνια, με τα καλώδια που κρεμόταν απ' το τραπέζι. Τίναξε ένα τσαλακωμένο κουτάκι μπύρας με το ποδαράκι του. Χέστηκε απ' το θόρυβο το μικρό παλιατσάκι και δεν άντεξα, γέλασα.

Με είδε, ξαφνιάστηκε και πάγωσε με τις χάντρες καρφωμένες πάνω μου. “Τι λέει αλάνι?” του είπα. Σχεδόν περίμενα απάντηση. Τελικά αποφάσισε πως δεν το ενδιαφέρω και συνέχισε την εξερεύνηση. Βούτηξε στον κάδο των σκουπιδιών, έσκαψε λίγο τη γλάστρα μου, έστειλε τον αναπτήρα μου κάτω απ' τον καναπέ. Όλο ενέργεια το πιτσιρίκι, το έκανα χάζι. Του έτεινα το χέρι που και που  για να έρθει να το κανακέψω μα δε, δεν ήθελε χάδια. Μου νύχιαζε τα δάχτυλα με τα μικροσκοπικά πατουσάκια του και έτρεχε να ασχοληθεί με κάτι άλλο.

Εγώ συνέχισα τα δικά μου, ρίχνοντας κάνα βλέφαρο στο μουσαφίρη όταν άκουγα θόρυβο, μην κάνει καμιά χοντρή ζημιά. Δεν έδειχνε να ενοχλείται όταν σηκωνόμουνα να πάρω μπύρες. Μετά από κάνα δίωρο πετάχτηκα ως το περίπτερο στη γωνία για τσιγάρα. Άφησα την πόρτα πίσω μου επίτηδες μισάνοιχτη, σκεπτόμενος πως μέχρι να γυρίσω ο επισκέπτης μου θα 'χει βαρεθεί και φύγει για άλλες περιπέτειες. Μαζί με τα τσιγάρα πήρα και μια κονσέρβα γατοτροφή. Ακόμη κι αν είχε φύγει το μικιό θα την έτρωγαν οι αδέσποτες. Ή εγώ, ανάλογα πως θα πήγαινε η εβδομάδα.

Το μικιό όμως ήταν εκεί, αραχτό στον καναπέ στο σημείο που 'χε κάνει λακούβα ο κώλος μου, κουλουριασμένο με τα μάτια κλειστά και τα πόδια απλωμένα. Του χάιδεψα δειλά το κορμάκι κι αυτό τεντώθηκε και άρχισε να γουργουρίζει μακάριο.

Ειλικρινά, δεν ήθελα γάτα. Τα συμπαθώ τα μπασταρδάκια, σε χωριό μεγάλωσα και είχα πάντα καλή σχέση μαζί τους. Δεν ήθελα να την έχω όμως μέσα στο σπίτι. Πολύ μπελάς, έξοδα, γιατροί, φόλες, αμάξια, κλάματα, καυγάδες. Η γειτονιά ήταν ήδη ασφυκτικά γεμάτη αδέσποτες, και έδειχναν να πληθαίνουν μέρα τη μέρα. Επίσης ήταν τέτοιο το σημείο που έμενα που η αυλή μου ήταν ουσιαστικά ο δρόμος. Δυο τρεις φορές είχα δει να τις πατάνε μπροστά στα μάτια μου ενώ έπινα καφέ.

Μα ήταν μοιραίο.

Όσο κι αν φοβόμουν πως αν το κρατήσω θα αρχίσει να βρέχει μπελάδες, τόσο το έβλεπα και ησύχαζε η ψυχή μου. Είχε έρθει μόνο του σε μένα. Δεν ήταν μεγάλο το σπίτι μου, μα με γλύκαινε η ιδέα να το μοιράζομαι μαζί του. Να έχω κάποιον να με περιμένει. Ένα λόγο να γυρίζω πίσω πριν τα χαράματα.

Άρχισα να κάνω συμβιβασμούς μέσα μου, του τύπου, οκέι, μα δεν θα κοιμάται στο κρεβάτι, θα το βγάζω έξω όταν λείπω να μην καλομάθει, δεν θα στεναχωρηθώ αν το πατήσει αμάξι, ένα σωρό τέτοια. Και ίσως να λειτούργησε η συνθήκη που έκανα τότε, για κάνα δυο μήνες όμως. Πολύ σύντομα η Μπουκίτσα ήταν η βασίλισσα του σπιτιού.

Το λάτρευα το μαλακισμένο, το λάτρευα. Καθόμουν με τις ώρες και έπαιζα μαζί του, φωνάζοντάς τη συνέχεια με το όνομά της για να το μάθει. Πέρασα μέρες γκουγκλάροντας τιπς και χάου-του, ή ρωτώντας γνωστούς πώς πρέπει να του φερθώ. Ήμουν τελείως νουμπάς με τα γατιά. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν αρκετό να το βγάζω έξω δυο-τρεις φορές τη μέρα στην αλάνα από δίπλα να κατουρήσει. Πολύ σύντομα κουράστηκα να μαζεύω σκατά πίσω απ' τον καναπέ και του πήρα λεκάνη με άμμο και τα λοιπά. Οι γατομάνες φίλες μου με βοήθησαν πολύ.

Και που να πάρει ο διάολος, μου 'κανε καλό. 'Άρχισα να γυρνάω τα βράδια λογικές ώρες, να περνάω περισσότερο χρόνο σπίτι. Καθάριζα τακτικά για να μην πάμε και οι δυό από πανούκλα. Όσο ήμουν έξω σκεφτόμουν συνεχώς τι κάνει το γατί. Πιο πολύ τραγικά σενάρια θανάτου για του λόγου το αληθές παρά “α, λες να της λείπω?”. Που της έλειπα δηλαδή. Με είχε ερωτευτεί το μικρό σκατούλι. Κάθε φορά που έμπαινα στο σπίτι και το φώναζα ορμούσε πάνω μου και σκαρφάλωνε από τα πόδια μέχρι την αγκαλιά σαν τον Ταρζάν.

Με είχε ξεσκίσει το μπάσταρδο αλλά τι να το έκανα, το αγαπούσα ο βλαξ. Προφανώς ό,τι κανόνες έθεσα στην αρχή πήρανε το μπούλο. Τα βράδια κοιμόμασταν αγκαλιά , είχε την τάση όμως να ξυπνάει στη μέση της νύχτας και να μου δαγκώνει αυτιά, ρουθούνια και χείλια, ήταν εφιάλτης. Τα κορίτσια που έφερνα το κατασυμπαθούσαν, μα όταν πνίγαμε το κουνέλι μας έκανε ατάκ -αιφνιδιαστική επίθεση στο αρχίδι!- και γαμούσε κάπως τη φάση, μα χαλάλι. Η Μπουκίτσα ήταν μια γλύκα, ήταν βάλσαμο, ήταν ο κόσμος μου όλος.

Είχε και ένα πολύ βλαμμένο χούι. Βλέπεις, την έβαλα σπίτι πάρα πολύ μικρή, όταν ακόμα βύζαινε τη μάνα της. Κανονικά θα πρεπε να της κάνω κόλπα με μπιμπερό και έτσι, μα αφού έτρωγε κανονικά στερεά τροφή είπα να μην μπλέξω. Άρχισε όμως να βυζαίνει εμένα!

Την πρώτη φορά που βρήκε τη ρώγα μου και άρχισε να πιπιλίζει μανιασμένα γουργουρίζοντας, μαλάζοντας αριστερά δεξιά με τα πατουσάκια της έβαλα κάτι γέλια, μου φάνηκε το πιο αστείο πράγμα στον κόσμο. Πήρα τηλέφωνο κατευθείαν την αδερφή μου να της το πω.

Στην πορεία βέβαια δεν είχε τόσο πλάκα. Δεν εννοώ πως μου βγήκαν στην επιφάνεια μητρικά παύλα σεξουαλικά συμπλέγματα, ίσα-ίσα, ο ανωμαλάρας μέσα μου το απολάμβανε κάπως, απλώς η μικρή δεν με άφηνε σε ησυχία. Με την πρώτη γαμημένη ευκαιρία ορμούσε πάνω μου και πιπίλιζε με τα σουβλερά, μικρά της δόντια σαν να μην υπάρχει αύριο. Πονούσε μαλάκα. Ξεκίνησα να τη διώχνω και να φοράω φανέλες μες στο σπίτι μα η ζέστη ήταν αφόρητη, και όποτε εντόπιζε γυμνό στήθος έπεφτε πάνω του βολίδα. Η μικρή είχε εθιστεί στο βυζί.

Στην αρχή ίσως να την άφηνα που και που, έβγαζα βιντεάκια και γελούσαμε με τους φίλους, μα μετά από δυό βδομάδες δε γελούσα καθόλου. Οι ρώγες μου είχαν πρηστεί και γύρω γύρω το βυζί ήταν καταγρατσουνισμένο. Τα άγγιζα και βογκούσα, έβαζα μπεταντίν και μπεπανθόλ, είχα καταντήσει μια γαμημένη γατογκουβερνάντα.

Το πράγμα σοβάρεψε ένα δύσκολο πρωινό μετά απο γερό μεθύσι που ξύπνησα απ' τον πόνο, με το στήθος λουσμένο στο αίμα και το γατί να γουργουρίζει ευτυχές ρουφώντας λαίμαργα. Σκηνή από θρίλερ. Την πέταξα από δίπλα φωνάζοντας και αυτή άρχισε να τεντώνεται και να γλύφεται ευτυχισμένη, με το μουτράκι της κόκκινο μέχρι τα φρύδια. Σχεδόν μου 'χε κόψει τη ρώγα. Από τότε αποφάσισα να φοράω συνεχώς φανέλα μέχρι να μεγαλώσει κάπως. Προς στιγμήν, ομολογώ πως πήρα υπόψιν μου το ενδεχόμενο να φοράω το βράδυ ένα δανεικό σουτιέν, μα δεν το έκανα.

Ο καιρός περνούσε και το βρικολακάκι μου μεγάλωνε και γινότανε όλο και πιο όμορφο ενώ τα προβλήματα όλο και λιγότερα, και αγαπιόμασταν, και είχε μάθει να έρχεται όταν τη φωνάζω με το όνομά της, και όλα ήτανε καλά στο βασίλειό μου. Το λευκό κομμάτι γούνας στο στόμα της είχε αρχίσει να μοιάζει πολύ με το σήμα του μπάτμαν, πράγμα που με καταενθουσίαζε, και είχε πολύ άνετο το έξω-μέσα. Με ανησυχούσε κάπως αυτό μα ταυτόχρονα με καθησύχαζε, καθώς ένοιωθα ενοχές να το κρατάω κλεισμένο μέσα.

Eπίσης όσο περνούσε ο καιρός, κάτω απ' τον κώλο της Μπουκίτσας άρχισαν να φυτρώνουνε δυό τεράστιες αρχιδάρες, και εγώ άρχισα να αισθάνομαι εξαπατημένος και πολύ μαλάκας. Πιο πολύ μαλάκας ίσως, παρά εξαπατημένος. Σίγουρα πάντως, μαλάκας.

Το όνομά του το είχε πάντως μάθει ήδη, και δεν ένιωθα καθόλου άνετα πια να τον φωνάζω Μπουκίτσα. “Έλα Μπουκίτσα!”. Ο Μπουκίτσας. Τι σόι μαλακισμένο όνομα γάτου είναι αυτό? Σίγουρα όχι του δικού μου γάτου. Οπότε μια νύχτα του πήρα μια κονσέρβα τόννο σε νερό (λάδι δεν κάνει), έβαλα γραβάτα, άναψα κεριά και τον άφησα κατ' εξαίρεση να φάει πάνω στο τραπέζι. Του ζήτησα συγγνώμη, εξηγώντας του πως είναι ένα λάθος που οποιοσδήποτε θα μπορούσε να έχει κάνει, και πως η ανατομία των αιλουροειδών σε μικρή ηλικία κτλ, κτλ, και πως από δω και πέρα το όνομά του θα είναι Μπουκόφσκι.

Ο Μπουκόφσκι τα άκουσε με πολύ σοβαρότητα όλα αυτά, και όταν τελείωσα ήρθε στην αγκαλιά μου και αποπειράθηκε να βυζάξει τη ρώγα μου πάνω απ' το πουκάμισο, μα δεν τον άφησα. Ο τόννος αρκούσε. Κάποιες φορές πρέπει να είμαστε αυστηροί με τα ζώα.

Ήταν μοιραίο.

Ο Μπουκόφσκι έγινε ο πιο γαμάτος γάτος έβερ, σίγουρα ο πιο γαμάτος που έχω γνωρίσει ποτέ. Από ευτράπελα βεβαίως άλλο τίποτα. Είχε γίνει πλέον γόης με τα όλα του και άρχισε να κυνηγάει μικρούλες και να παίζει ξύλο με τους βαρβάτους της γειτονιάς. Μα ήταν μικρόσωμος ο καημένος και τον ξεσκίζανε. Όσα δεν πήρε απ' το βυζί της μάνας του όμως τα πήρε απ' το δικό μου. Ένιωθα συγγένεια και προσωπική ευθύνη για το γατί που βύζαξε το αίμα μου. Δεν θα άφηνα κανένα καριόλη να τον ξεματιάσει.

Πήγα και πήρα ένα πλαστικό αεροβόλο της πλάκας, με τρία ευρώ, και το 'χα πάντα πρόχειρο. Όποτε αναγνώριζα τα ουρλιαχτά του Μπουκόφσκι, έβγαινα απ' έξω με το πιστόλι στο χέρι και έβρεχε μολύβι. Πλαστικό , δηλαδή, σε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Και όχι ακριβώς έβρεχε, ήταν πολύ αδύναμο το όπλο, ίσα που τα νιώθανε τα σκάγια οι γάταροι της Αγίας Τριάδας. Κατέβαζα μαζί όμως και καμιά χριστοπαναγία και κάτι γινότανε.

Η γειτονιά δε, είχε πλημμυρίσει με πολύχρωμα μπιλάκια. Ο κόσμος γλιστρούσε και έπεφτε. Ερχότανε τα πιτσιρίκια απ' το δίπλα μαχαλά και γεμίζανε τις τσέπες τους. Όποιος με έβλεπε εκείνη την εποχή στο παράθυρο γυμνό με το πιστόλι στο χέρι να ουρλιάζω στις γάτες πρέπει να με περνούσε για πολύ μαλάκα. Πάντως, ούτε παράπονα μου κάνανε ποτέ ούτε τους μπάτσους μου φέρανε. Νομίζω πως συμπεριλαμβανόμουνα κι εγώ στο ρητό “ άστα, ζώα είναι, δεν καταλαβαίνουνε”.

Το γατί πάντως γέμισε ουλές. Τα μάτια του τα έσωσε, μα κάθε δεύτερη μέρα που μαζευότανε σπίτι ήταν σαν ανάποδο γαμώτο. Κατακρεουργημένος και αδυνατισμένος, όλο πλευρά. Ήταν κάποιες φορές που κι εγώ δεν έδειχνα καλύτερα, και καθόμουνα κρατώντας μια πετσέτα με πάγο στο ένα χέρι να ξεπρηστεί το μάτι, ενώ με το άλλο καθάριζα με χαμομήλι τις πληγές του μικρού. Πρέπει να κάναμε ωραίο πορτραίτο οι δυό μας.

Να του τα κόψω βέβαια, ούτε λόγος. Αυτός δεν θα το 'κανε ποτέ σε μένα, δεν ήταν τέτοιος τύπος. Ούτε κι εγώ ήμουνα.

Πρέπει να 'ταν Οκτώβρης και είχε πάρει βροχή, όταν γυρνώντας σπίτι ένα βράδυ άκουσα απελπισμένα μωρουδιακά νιαουρίσματα από ένα σοκάκι. Κάποιος είχε βάλει σε ένα κουτί παπουτσιών ένα μικρό, αρρωστιάρικο κεραμιδί γατάκι και το 'χε αφήσει στην τύχη του, ο μπάσταρδος. Η μπόρα φαινότανε πως θα εξελιχθεί σε καταιγίδα, και μην μπορώντας να πάρω το μικρό σπίτι μου από φόβο μην το πνίξει ο δικός μου ο μπάσταρδος, το έδωσα στην αδερφή μου που τότε τη φιλοξενούσε ο Πάρης, δυό τετράγωνα δίπλα από μένα.

Η καημένη η σίστερ πέρασε όλη νύχτα στο προσκεφάλι του κλαίγοντας, νομίζοντας πως θα πεθάνει στην αγκαλιά της. Για βδομάδες το έτρεχε στον κτηνίατρο για ενέσεις, ορούς και ξεψύλλισμα. Ήταν ερείπιο το γατάκι. Ένα αδύναμο, μικροσκοπικό ερείπιο.

Νοσούσε από κάτι μεταδοτικό, και το 'χαμε σε καραντίνα για πάρα πολύ καιρό, καθώς στο σπίτι του Πάρη είχαν επίσης γατιά και μάλιστα νεογέννητα. Οποιδήποτε επαφή μαζί τους ήταν ρίσκο. Το φουκαράκι το πιάναμε ελάχιστα, μόνο όταν υπήρχε λόγος και τότε μόνο με ιατρικά γάντια.

Όταν η κατάστασή του βελτιώθηκε αισθητά, ξεκινήσαμε μια εκστρατεία υιοθέτησης, μα χωρίς αποτέλεσμα. Στο μεταξύ η αποθήκη που το είχαμε παρκάρει έπρεπε να αδειάσει σύντομα, και οι κάτοικοι του σπιτιού είχαν αρχίσει να νιώθουν άβολα με το μικρό πανουκλάκι στο άμεσο περιβάλλον τους. Οπότε τι? Να το ξαναρίξουμε στο δρόμο πάνω που το αναστήσαμε? Δε σφάξανε.

Κι έτσι ο Μπουκόφσκι απόκτησε αδερφό. Αφού βρήκα ένα μεγεθυντικό φακό και βεβαιώθηκα πως έχει μπάλες -ή μάλλον μπαλάκια-, τον ονόμασα Λουτσιάνο.

Στην αρχή τον τραμπούκιζε κάπως ο Μπουκόφσκι. Τον κολλούσε στις γωνίες και του έκανε πόλεμο με το φαγητό. Ο φουκαράς ο μικρός απ' την άλλη είχε στερηθεί τόσο πολύ την σωματική επαφή και το χάδι που είχε εξελιχθεί στο πιο γλυκό γατί. Το παραμικρό άγγιγμα ήταν αρκετό για να τον κάνει να γουργουρίζει σαν τρακτέρ για ώρες. ΩΡΕΣ. Δεν κάνω πλάκα, δεν έχω ξανασυναντήσει ποτέ κάτι τέτοιο. Άμα τον άγγιζες ακόμα κι ενώ κοιμότανε, έβαζε μπροστά τη μηχανή χωρίς να ξυπνήσει, και συνέχιζε ακάθεκτος. Το βράδυ ερχόταν και ξάπλωνε ανάσκελα πάνω στο λαιμό μου γουργουρίζοντας τόσο δυνατά που αναγκαζόμουν να τον μετακινήσω στα πόδια μου για να κοιμηθώ. Κι ακόμη και τότε, άγγιζε το κορμάκι του πάνω μου και ξεκινούσε το τραγούδι του ασταμάτητα μέχρι το πρωί. Ήταν φορές που τον χάιδευα πριν βγω απ' το σπίτι, κι όταν γυρνούσα τον έβρισκα να κοιμάται στο ίδιο σημείο γουργουρίζοντας ακόμα. Κρέιζι.

Πάντως, στο τέλος τον κέρδισε τον Μπουκόφσκι. Όσο αυτός τον έδερνε, τόσο ο μικρός τον πλησίαζε και ξάπλωνε δίπλα του. Ήταν ένα γατί χριστιανικό ο μικρός Λουτσιάνο. Πολύ σύντομα τους έβρισκα να κοιμούνται αγκαλιά, κουλουριασμένους τον ένα μέσα στον άλλο, μια ασπρόμαυρη, ξανθοκίτρινη μαλλιαρή μάζα από γούτσου-γούτσου και ανιά. Τα δυό μου γατιά.

Ο Λουτσιάνο δεν είχε αναρρώσει πλήρως και χρειαζόταν αρκετή φροντίδα. Τα μάτια του τσίμπλιαζαν, κι όταν άρχισε να έχει συμπτώματα και ο Μπουκόφσκι ξεκίνησα να τους πηγαίνω τακτικά βόλτες στο γιατρό. Όταν μου ζήτησαν να συμπληρώσω τα ιατρικά καρτελάκια ένιωσα λες και βαφτίζω τα παιδιά μου. Ήταν μια συγκινητική στιγμή. Και επειδή προφανώς ένα μονολεκτικό όνομα δεν ήταν σε καμία περίπτωση αρκετό για τέτοιους γαμάτους γάτους, αλλά και επίσης σιχαίνομαι τους ανθρώπους που κολλάνε στα ζώα το δικό τους επίθετο, αποφάσισα να τους βγάλω ονόματα που ν'  ανταποκρίνονται στον χαρακτήρα τους.

Ήταν μοιραίο.

Ο Μπουκόφσκι Πιάνο Κρίσμας, ο Λουτσιάνο Ντίσκο Πάρανταϊς κι εγώ, ήμασταν πλέον οικογένεια. Μια ηρωική τριανδρία για σφαλιάρες και χάδια, μια ταξιαρχία τριών φαντάρων με ακμαίο ηθικό πλην σώας τας φρένας, και το σπιτάκι μου στην Αγία Τριάδα, μια φωλιά.

Οι λίγοι μήνες που πέρασα με τα δυό μου γατιά ήταν οι καλύτεροι της μέχρι τώρα ζωής μου. Δεν ξέρω τι ακριβώς λέει αυτό για μένα ως άνθρωπο, μα δε με νοιάζει και πολύ. Όλο το χαρτί στο γραφείο μου δεν φτάνει για να περιγράψω πόσο βαθιά αγάπησα αυτά τα δύο πλασματάκια. Ήταν εκείνη η εποχή, οι συγκυρίες που με οδήγησαν στο να ανακαλύψω πως υπάρχει χώρος στη ζωή μου και για άλλους εκτός από μένα, κάτι που με ταλαιπωρούσε για πάρα πολύ καιρό.

Τόσες βλακείες, τόσες περιπέτειες. Δυο-τρεις φορές τα έσωσα απ' του χάρου τα δόντια. Άλλη μια με σώσανε αυτά. Όταν πήγαινα για τσιγάρα με ακολουθούσανε μέχρι το περίπτερο και πίσω. Όλα τα πιτσιρίκια της γειτονιάς ξέρανε τα ονόματά τους. Οι γέροι τα κάνανε χάζι όταν αράζανε στον ήλιο. Όλοι τα ταϊζανε. Κάποιες θείες τα βράδια τα μαζεύανε σπίτι τους εν αγνοία μου, και 'γω τα φώναζα αγχωμένος σε ολόκληρη τη γειτονιά, μέχρι να βγούνε αυτές στο παράθυρο και να μου πούνε πως είναι εκεί. Τώρα που το σκέφτομαι, οι περισσότεροι γείτονες ξέρανε τα ονόματα των γατιών μου    μα όχι το δικό μου.

Πηγαίνανε πάντα μαζί, μπροστά ο Μπουκόφσκι και στο πλευρό του ο μικρός Λουτσιάνο, κολλημένος πάνω του σαν το ψαράκι στον καρχαρία. Όταν οι βαρβάτοι την μπαίνανε στον μικρό, καθάριζε ο μεγάλος. Όταν τα έβρισκε σκούρα ο μεγάλος, έβγαινα τρέχοντας έξω με το πιστόλι σαν τον ούνο και έβρεχε μπίλιες.

Τις μέρες έβγαζα καρέκλα στην αλάνα και έπαιζα μουσική όσο αυτοί κόβανε βόλτες ή ξεροψηνότανε στον ήλιο. Ποτέ δεν τρέχανε στο δρόμο όπως τα άλλα τα βλαμμένα, πάντα προσεκτικοί και κύριοι. Αριστόγατοι.

Κι ήρθε καλοκαίρι κι έπρεπε να φύγω. Δεν είμαι σίγουρος για που και γιατί, έχω κάνει τόσες πολλές μετακινήσεις τα τελευταία χρόνια που μου είναι αδύνατον να κρατήσω ακριβή λογαριασμό. Είχε να κάνει πάντως με ταξίδι για δουλειά, που δεν μου επέτρεπε να πάρω μαζί μου τα γατιά. Έβαλα στο σπίτι ένα πολύ καλό μα ελαφρώς μαλάκα φίλο, να τα ταΐζει και να τα προσέχει ώστε να μην την κοπανήσουνε. Όχι οτι θα με πείραζε δηλαδή κι άμα την κάνανε. Θα με πλήγωνε, μα αυτό ήταν δικό μου θέμα, εγωιστικό. Αν θέλανε να πάρουν των ομματιών τους ήταν πάντα ελεύθερα. Του έδωσα πολύ σαφείς εντολές για το πως να φέρεται στα γατιά, μα προφανώς με έγραψε στα αρχίδια του και έκανε ό,τι του κατέβαινε.

Όταν γύρισα μετά από λίγους μήνες, βρήκα ένα σπίτι μπουρδέλο και τα γατιά σε μαύρο χάλι. Ο φίλος ήταν στο σπίτι με μια γκομενίτσα, και άφηνε τα ζώα κλεισμένα έξω όλη μέρα. Επίσης τα τάιζε έξω, πράγμα που σημαίνει πως δεν τρώγανε σχεδόν τίποτα αφού ορμούσανε στην τροφή τριάντα γάτες. Μια ολόκληρη μέρα καθάριζα πριν προλάβω να ασχοληθώ μαζί τους. Όταν τους έπιασα να δω σε τι κατάσταση βρίσκονται, ανακάλυψα πως ο Μπουκόφσκι είχε χτυπηθεί από αμάξι και κούτσαινε, ενώ  η αρρώστια του Λουτσιάνο είχε επανέλθει και φαινόταν πολύ αδύναμος. Ήταν και οι δύο θεοβρώμικοι και υποσιτισμένοι, με πολύ άσχημες πληγές και τίγκα στους ψύλλους. Πώς επιβίωσαν εκείνο το καλοκαίρι ένας θεός ξέρει, σίγουρα όχι όμως χάρη στο Γιάννη.

Τους έτρεξα στο γιατρό, που μου είπε πως τους σώζουμε στο τσακ. Τους έκανε ό,τι περνούσε απ' το χέρι του, τους πήρε αίμα, τους έβαλε ορούς, αντιβιώσεις, πάστες, χάπια, χίλια δυο. Για να μην τρέχω κάθε τρεις και λίγο, μου έδωσε κάποιες ενέσεις και μου έδειξε πως να τους τις κάνω, αν και όπως είπε, είναι “αντικανονικό”. Τα βασάνισα αρκετά τα καημένα, μα στο τέλος την βγάλανε καθαρή. Πάντως μέσα σε ένα χρόνο τα μικρά είχανε κάνει περισσότερα ιατρικά έξοδα απ' ότι είχα κάνει εγώ σε μια πενταετία.

Από αρρώστιες λοιπόν ήταν εντάξει, όχι όμως και από ψύλλους. Δεν πάει το μυαλό μου που σκατά μπορεί να κυλιότανε όσο έλειπα, είχαν μαζέψει όμως στη γούνα τους παράσιτα-κομμάντο. Τις επίλεκτες μονάδες κρούσης. Τη αντίστοιχη Λεγεώνα των Ξένων. Ότι κι αν δοκίμασα δεν είχε επίδραση. Ούτε αμπούλες, ούτε σπρέι, ούτε γιατροσόφια, τίποτα. Επί ένα μήνα τα γατιά, το σπίτι κι εγώ ήμασταν γεμάτοι ψύλλους.

Ψύλλους, όχι μαλακίες. ΠΟΛΛΟΥΣ. Γιατί λίγο πολύ, οι περισσότεροι που έχετε ζώα θα σας έχει τσιμπήσει κάνα δυό φορές, άντε να έχετε ξηλώσει και κανένα απ' τη γούνα τους και φοβάμαι πως θα παρεξηγηθούνε τα λεγόμενά μου. Μιλάμε για στρατό. Διμοιρίες. Μιλιούνια. Ολόκληρο το γαμημένο σώμα του κράτους. Και ανθεκτικούς. Πρακτικά αθάνατους. Να πας να τους κάνεις κλατς και να σου πηδάνε στο μάτι.

Για να γίνω πιο σαφής, αυτή ήταν η καθημερινή μου ρουτίνα για ένα μήνα και κάτι ψιλά:

Ξυπνάω το πρωί κουλουριασμένος στην κορυφή του κρεβατιού με τα γατιά στην άκρη, σε όσο μεγαλύτερη απόσταση γίνεται για να μην πηδάει πάνω μου η μάστιγα. Σηκώνομαι, τεντώνομαι. Τινάζω από τα πόδια μου στο πάτωμα καμιά εικοσαριά μαυράκια που αρχίζουν να πηδάνε προς κάθε κατεύθυνση. Κάνω το ίδιο και στα χέρια, και στο στήθος και... βασικά παντού, είμαι γεμάτος τρίχες ο μπάσταρδος.

Αφού τινάζω όσο περισσότερα μπορώ, απομακρύνομαι τρέχοντας για να μην ξαναπηδήξουνε πάνω μου. Ταΐζω τα γατιά από απόσταση ασφαλείας. Τα βγάζω έξω και τα ψεκάζω με ειδικό ματζούνι δικής μου παραγωγής γιατί αν τα ψεκάζω κάθε μέρα με αντιψυλλικό θα ψοφήσουν. Τα χτενίζω σχολαστικά και τα κλείνω έξω. Για τις επόμενες ώρες ψεκάζω όλες τις επιφάνειες και τις πιθανές εστίες με μείγμα ισχυρών χημικών. Σκουπίζω τα πτώματα, σφουγγαρίζω με ξύδι. Είχα ένα μικρό τσουβάλι δαφνόφυλλα τα οποία είχα σκορπίσει σε όλο το σπίτι, τα αντικαθιστώ με φρέσκα.

Αφού τελειώσω, κάνω καυτό ντους με τρίτο φυτικό μείγμα. Κάνω καφέ, αράζω στο γραφείο με τα πόδια πάνω παρατηρώντας τα μικρά μαυράκια να κόβουν βόλτες μαστουρωμένα στο γαμημένο το δάσος των τριχών μου, πηδώντας χαριτωμένα πέρα δώθε. Τα πιάνω και τα σκοτώνω ένα προς ένα. Φέρνω στο μυαλό μου χαρούμενες μέρες. Καταπίνω την κρίση πανικού. Προσπαθώ να μην κλάψω.

Αυτό, σε επανάληψη, επί μέρες, βδομάδες. Μου φάνηκε χρόνια, μα τελικά, πέρασε και αυτό. Επιβιώσαμε. Δεν διέθετα τα 500 γιουρά που ήθελε ο εξολοθρευτής, άσε που και να τα 'χα, ποιός θα μας φιλοξενούσε για δέκα μέρες και τους τριακόσιους? Είχα κόψει επαφές με όλους μέχρι να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα. Είχα σκεφτεί σοβαρά να ξυρίσω όλο μου το σώμα και μαζί και τα γατιά, ήμουνα σε ένα πολύ σκοτεινό μέρος. Οι ψύλλοι είναι σίγουρα το δεύτερο χειρότερο παράσιτο με το οποίο έχω έρθει αντιμέτωπος, μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Σύντομα ήρθε η ώρα να αποχαιρετήσω την Κρήτη, και όπως απαιτεί το τζενέρικ στερεότυπο του χαμένου κορμιού, να μετακομίσω στο υπόγειο της μάνας μου, μαζί με τα δυό μου γατιά.

Ήτανε πολύ απλό στο μυαλό μου. Θα τα χαπάκωνα, θα τα έχωνα σε ένα ευρύχωρο κένελ και θα τα έφερνα στο Βόλο. Δώδεκα ώρες ταξίδι με το πλοίο. Τέσσερις με το λεοφωρείο μέχρι τη Λάρισα. Εκεί θα τα έβγαζα να βοσκήσουνε στο πάρκο δεμένα με λουράκι δικής μου ευρεσιτεχνίας ώστε να μην βουτήξουν στις ρόδες του πρώτου αμαξιού, μετά τρένο για Βόλο και βουαλά!

Όμως η μοίρα εδώ με γάμησε. Τίποτα δεν πήγε όπως το είχα σχεδιάσει. Πήρα το κένελ μέρες πριν και τα έβαζα συχνά μέσα να το συνηθίσουνε για να μην τους πέσεις βαρύς στο ταξίδι ο εγκλεισμός. Και ο Μπουκόφσκι κομπλέ, κύριος. Ο Λουτσιάνο όμως ρε πούστη μου, να μην το μπορεί καθόλου. Μα καθόλου. Μόλις τον έβαζα μέσα ούρλιαζε σαν να το σφάζουνε και γούρλωνε τα μάτια, έβγαζε αφρούς και δάγκωνε τα κάγκελα μέχρι να ματώσουνε τα ούλα του. Δεν μπορούσα να τον ηρεμήσω με τίποτα. Ο φουκαράς μου είχε φάει πολύ γερό τραμπάκουλο μέσα σε εκείνο το κουτί παπουτσιών την μέρα που τον βρήκα. Του είχε μείνει τραύμα. Ποιός ξέρει πόσες ώρες ούρλιαζε εκεί μέσα. Μπορεί και μέρες. Και όλα αυτά τα πέρα δώθε στους γιατρούς όντας ετοιμοθάνατος.. Ήταν χαλασμένο το γατί.

Δεν μπορούσα να το ρισκάρω και να τους βάλω μαζί στο κλουβάκι. Φοβόμουνα πως θα ξεσκιζόταν μεταξύ τους καθ' οδόν. Άντε κυνήγα γατιά μετά μέσα στο πλοίο. Άντε ξαναβάλτα μέσα. Αποφάσισα να αφήσω τον μικρό στο σπίτι μιας φίλης μου και να πάρω μόνο τον Μπουκόφσκι. Τον Λουτσιάνο θα γύρναγα να τον πάρω σε κάποιο μελλοντικό ταξίδι.

Την μέρα πριν φύγουμε την περάσαμε οι τρεις μας. Τους πήρα βόλτα στη γειτονιά, αράξαμε στην αλάνα. Τους πήγα να χαϊδευτούνε για τελευταία φορά στους γέρους και τα πιτσιρίκια, μανουριάσαμε τις αδέσποτες. Μαγείρεψα δύο κιλά γαύρο, έβαλα γραβάτα, άναψα κεριά. Τους άφησα να φάνε πάνω στο τραπέζι, όλοι απ' την ίδια πιατέλα. Είδαμε ταινία αγκαλιά, και το βράδυ άφησα το Λουτσιανίτο να κοιμηθεί πάνω στο λαιμό μου. Γουργούριζε ασταμάτητα μέχρι το πρωί.

Λίγες ώρες πριν φύγει το καράβι, χαπάκωσα τον μικρό. Όταν γλάρωσε αρκετά τον έβαλα όσο πιο γλυκά μπορούσα μέσα στο κλουβάκι μαζί με το πατσαβούρι που συνήθιζε να κοιμάται και ξεκίνησα για το σπίτι της φίλης μου.

Που να με πάρει ο διάολος. Το τι πανικό έκανε το καημένο το γατί δεν λέγεται. Δυό βήματα αφού βγήκα απ' την πόρτα άρχισε να ουρλιάζει δαιμονισμένα. Πάλευε με το κουρέλι του και έκοβε γύρες σαν μπέιμπλεϊντ, λες και το πνίγανε.

Πήγαινα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ο Μπουκόφσκι στο μεταξύ μας είχε πάρει απο πίσω με την τρίχα σηκωμένη μοϊκάνα μυρίζοντας το κλουβί, μπλεκότανε συνέχεια μες στα πόδια μου και έβγαζε ανήσυχες λεπτές φωνίτσες, μέχρι τον κεντρικό. Δεν είχε ξαναέρθει ποτέ τόσο μακριά.

Είχα πανικοβληθεί. Λίγο πριν μπω στην κυκλοφορία τον έδιωξα με τις κλωτσιές από φόβο μην τον πατήσει κάνα αμάξι. Ο μικρός χτυπιότανε πέρα δώθε στα τοιχώματα μανιασμένα, το κένελ μου 'πεσε δυό φορές από τα χέρια. Πώς ένα τόσο μικρό πλάσμα έκανε τόσο πανικό δεν το χωράει ο νους μου. Σπάραξε η καρδιά μου εκείνο το εικοσάλεπτο μέχρι να φτάσω.

Ταξί δεν με έπαιρνε. Οι βρωμιάρηδες οι ταρίφες δεν μας καταδεχότανε, και στο μεταξύ ο Λουτσιάνο είχε κυριολεκτικά χεστεί από το φόβο του, πασαλείβοντας το κλουβί και τον εαυτό του πατόκορφα. Λίγα μέτρα πριν το σπίτι της φίλης μου είχε πέσει σε μια ημικατατονική κατάσταση. Το μόνο που ακουγόταν ήτανε μια σειρά από αδύναμους, παροδικούς λυγμούς, και μετά τίποτα. Φοβόμουν πως είχε πάθει καρδιακή προσβολή.

Το πρόσωπο της κοπέλας όταν άνοιξε την πόρτα δεν περιγράφεται. Εγώ ήμουν τρομοκρατημένος. Έβγαλα προσεκτικά το γατί, άφησα το κλουβί απ' έξω και τον πήγα κατευθείαν στο μπάνιο. Τον έπλυνα όσο καλύτερα μπορούσα, τον στέγνωσα, τον κανάκεψα λίγο να ηρεμήσει και τον άφησα στο κυρίως δωμάτιο. Αυτός έτρεξε βολίδα και κρύφτηκε κάτω απ' τον καναπέ ακόμα σε κατάσταση σοκ.

Ήθελα να κάτσω γαμώτο, να τον ηρεμήσω, να γνωριστεί καλύτερα με την κοπέλα. Να μην τον αφήσω έτσι. Μα το κλουβί ήταν γεμάτο σκατά, το πλοίο έφευγε σε λιγότερο από μία ώρα και ανησυχούσα πως γυρνώντας σπίτι δεν θα έβρισκα τον Μπουκόφσκι. Δεν ήθελα διάολε η τελευταία φορά που βλέπω το καλό γατί να είναι έτσι. Μιά κιτρινόασπρη βρεγμένη μπαλίτσα φόβου κάτω απ' τον καναπέ. Μα δεν είχα περιθώρια, ούτε επιλογή.

Γύρισα τρέχοντας σπίτι και ευτυχώς βρήκα τον γάτο αραχτό στον καναπέ. Τον χαπάκωσα, έπλυνα το κένελ όσο καλύτερα μπορούσα, πέζεψα τα μπαγκάζια μου και έφυγα φουριόζος για λιμάνι. Το βράδυ δεν έκλεισα μάτι στο πλοίο.

Ο Μπουκόφσκι αποδείχθηκε πολύ κυριλέ ταξιδιώτης. Στο πλοίο τον άφησα λίγο και τον χαϊδολογούσανε κάτι φοιτήτριες. Στο λεωφορείο πήγε μονάχα να κάνει λίγο πανικό, μα όταν τον έβγαλα στην Λάρισα ηρέμησε. Φτάσαμε Βόλο χωρίς επεισόδια. 

Συνήθισε το χώρο με τη μία. Η γειτονιά ήταν παράδεισος σε σχέση με το πεδίο πολέμου της Αγίας Τριάδας. Σύντομα έκοβε βόλτες χαλαρός, με πήγαινε μέχρι το περίπτερο και πίσω. Γυρνούσε γεμάτος γρατσουνιές, πετσί και κόκκαλο μετά από σεξουαλικές εξορμήσεις ημερών. Οι άλλοι γάτοι σιγά-σιγά την κοπάνησαν, και μέσα σε λίγο καιρό όλες οι γειτόνισσες μάθανε τον Κρητικό γάτο με το δύσκολο όνομα. Οι περισσότερες -μαζί και η μάνα μου- τον φωνάζανε Μπουμπούκο. Τουλάχιστον δεν τον φωνάζανε Μπουκίτσα.

Όμως δεν ήτανε ποτέ το ίδιο. Μπορεί να ήταν καθαρά κάτι ανθρώπινο, εντελώς δικό μου, μα είχα την εντύπωση πως ο Μπουκόφσκι ήταν μελαγχολικός, πως του έλειπε ο αδερφός του. Η Τριανδρία μας είχε σπάσει. Μου φαινόταν παράξενο να βλέπω τον ασπρόμαυρο γάτο να κόβει βόλτες χωρίς το μικρό κεραμιδί κολλημένο στο πλευρό του. Να κοιμάται πάνω στο γραφείο μου μόνος του, χωρίς κάποιον να του σπάει τα νεύρα με την πρώτη ευκαιρία. Κατά πάσα πιθανότητα είχε βρει επιτέλους την ηρεμία του το γατί, μα εγώ πνιγόμουνα απ΄ τις ενοχές.

Όσο και να ήθελα όμως τον Λουτσιανίτο μαζί μου στο Βόλο, ήξερα πως του ήταν αδύνατον να κάνει αυτό το ταξίδι. Το γλυκό κεραμιδόγατο ήταν γραφτό να περάσει την υπόλοιπη ζωή του στο νησί.

Με την κοπέλα τα πήγανε πολύ καλά και θέλω να πιστεύω πως αγαπηθήκανε και είναι χαρούμενοι. Λέω θέλω να πιστεύω, γιατί, αν και επέστρεψα στην Κρήτη μου ήταν αδύνατον να τους επισκεφτώ. Ένιωθα πως τον πρόδωσα, κι αυτόν κι εμένα και τον Μπουκόφσκι, την Τριανδρία μας, τη μυστική συμφωνία που κάναμε εγώ κι οι δυό μου γάτοι να πάρουμε τη ζωή καβάλα, μαζί. Έχασα επίτηδες κάθε επαφή. Πλέον δεν θυμάμαι ούτε το όνομά της. Ίσως κάποτε να τους ξαναδώ, ίσως και όχι.

Το υπόγειο της μάνας μου δεν με κράτησε. Η τύχη το 'φερε έτσι που στην εξίσωση της ζωής μου προστέθηκαν για λίγο καιρό μία κοπέλα κι ένας σκύλος, ο οποίος, αν και πολύ λίγο μεγαλύτερος από γάτα, δεν τα πήγαινε καθόλου καλά με τις γάτες. Ο Μπουκόφσκι δυσανασχετούσε. Στην αρχή με απέφευγε και μου ΄κανε χου. Μετά άρχισε να λείπει για μέρες, περισσότερες απ' ότι συνήθως.

Με την κοπέλα και το σκύλο μετακομίσαμε σε άλλη πόλη και πίστεψα πως θα 'βρισκε την ησυχία του. Όταν όμως γύρισα σπίτι πλέον μόνος μου, ο Μπουκόφσκι δεν ήταν πια εκεί. Η ξαδέρφη μου λέει πως τον είδε στο σπίτι μιας γιαγιάκας πέντε τετράγωνα πιο πάνω, κι όταν τον φώναξε την αγνοούσε. Ο γάτος μου την είχε κάνει. Και δεν τον κατηγορώ. Εγώ, που του πρόσφερα σπίτι και συντροφικότητα, πρώτα του έφερα ένα άλλο γάτο, αφού συνήθισε του τον στέρησα, τον μετακόμισα, και στο καινούριο σπίτι πρώτα του έφερα ένα σκύλο και μετά τον εγκατέλειψα. Ποτέ δεν ήμουν κακός αδερφός, μα δεν ήμουν σωστός αδερφός, και το πλήρωσα.

Ίσως αν είχα προσπαθήσει περισσότερο να είχα καταφέρει τον μικρό με το κλουβάκι, να τον έφερνα στο Βόλο. Ίσως αν είχα κάνει κάποιες διαφορετικές επιλογές, κάποιες μικρές θυσίες, να κατάφερνα να κρατήσω την Τριανδρία μας ενωμένη.

Μα ήταν μοιραίο. Δεν ξαναείδα ποτέ ούτε τον Μπουκόφσκι, ούτε το Λουτσιάνο.

Και τώρα εγώ είμαι εδώ, για ακόμη μια φορά στην Θεσσαλονίκη, ξανά φιλοξενούμενος σε ένα σπίτι με τρία γατιά. Τη Τζέλα, που τη βρήκε η αδερφή μου ετοιμοθάνατη στο δρόμο, τη Μινού, την κόρη της από την πρώτη γέννα και το Νούμερο Τρία, το τελευταίο γατί από τη δεύτερη γέννα που -όπως κι εγώ- ψάχνει σπίτι.

Και είναι γλυκό γατί το Νούμερο Τρία, και κάθε νύχτα που 'μαι εδώ τρυπώνει κάτω απ' τα σκεπάσματα, ακουμπάει πάνω στο σώμα μου και κοιμάται. Μα δεν γουργουρίζει σαν τον Λουτσιανίτο. Δεν με κοιτάει στα μάτια όπως ο Μπουκόφσκι.

Πέρασαν χρόνια από τότε που τους είδα τελευταία φορά, ο καθένας μας πήρε το δρόμο του. Πέρασαν πολλά ζώα απ' τη ζωή μου μα κανένα δεν έμεινε, και η αλήθεια είναι πως δεν μπόρεσα να αγαπήσω κανένα όσο αγάπησα τα δυό μου αγόρια. Νομίζω πως κάποιες αγάπες είναι πιο δυνατές από τις άλλες, καταδικάζουν τις επόμενες να ανθίζουν στη σκιά τους.

Τα δυό μου αγόρια. Μέσα στα αίματα, αρρωστιάρικα, τίγκα στους ψύλλους. Μακάρι να μπορούσα να κλείσω το χρόνο σε μια γυάλα. Μπουκόφσκι Πιάνο Κρίσμας, Λουτσιάνο Ντίσκο Πάρανταϊς, ατέλειωτες νύχτες καθισμένοι στο περβάζι, μπροστά απ' το έρημο σταυροδρόμι της γειτονιάς.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Δυό Σέρβικα Φιλιά για το Δρόμο


Τέλη Σεπτέμβρη είχε πέσει κάπως η δουλειά. Είχα βάλει στην άκρη με το παραπάνω το ποσό που 'χα στόχο να μαζέψω και είχα πια αρκετό χρόνο για ξεκούραση, οπότε αποφάσισα ν' αρχίσω ξανά να πίνω.

Μόνο σε δυό μαγαζιά δεχόμουν να πατήσω το πόδι μου σε όλο το νησί. Το ένα ήταν ένα παλαίμαχο ροκάδικο με δυό συμπαθητικούς μπαρμπάδες πίσω απ' τη μπάρα, το Άλαμο του άφτερ, εγγύηση. Το δεύτερο, ήταν ακριβώς από δίπλα και φρέσκο, πρώτη χρονιά. Από το όνομα του μαγαζιού, μέχρι το ντύσιμο του μπάρμαν, μέχρι τη διακόσμηση ήταν το απόλυτο χιπστεριλίκι. Ο αφεντικός απ' την άλλη τύγχανε γνωστός απ' τα πολύ παλιά και πολύ ταλαντούχος μουσικός. Σχεδόν κάθε βράδυ ανέβαινε για λίγες ώρες στη σκηνή με την κιθάρα του και -όντας και πολύ ομορφόπαιδο- μάζευε πλήθη κοριτσούλες απ' τα ξένα κάτω απ' το πάλκο.

Το σκηνικό επαναλαμβανόταν ανεξαιρέτως κάθε βράδυ σαν καλοβαλμένη λούπα· στα αριστερά ένα τσούρμο μπουτάκια, μπρατσάκια και φουστίτσες να χορεύουν και να βαράνε παλαμάκια αποθεώνοντας τον παίδαρο στη σκηνή, από τα δεξιά δε, μια στρατιά ξελιγωμένα μάτια με ποτήρια στο χέρι να αδειάζουνε σβέλτα. Αναγνωριστικά σφηνάκια να φεύγουν αστραπή μόνο και μόνο για να γλιστρήσουν άδοξα και χωρίς το ηθελημένο αποτέλεσμα ανάμεσα σε σφιγμένα, κόκκινα χείλη, και μέχρι εκεί. Ούτε κουβέντες, ούτε τίποτα. Τα κορίτσια τους απέρριπταν σαν μάρτυρες του Ιεχωβά δέκα η ώρα το πρωί, και δυό φορές πιο αδίστακτα. Ξέραν καλά τι κάνανε.

Εγώ πάλι, ήθελα απλά να πιω. Μόλις σχολούσα, πολλές φορές χωρίς να αλλάξω καν ρούχα, στηνόμουνα στη μπάρα του χιπστεράδικου και κατέβαζα βότκες με τα μάτια κολλημένα στο τασάκι. Βότκες, τζιν και σφηνάκια απ' ότι μου 'χε λείψει αυτούς τους τέσσερις μήνες εντατικής αποτοξίνωσης. Ναι, ήταν όμορφα τα κορίτσια, μα το κορμί μου πονούσε σα να μ' είχε κλωτσήσει γαϊδούρι απ' την κούραση. Πέντε ποτά το διορθώνανε αυτό βέβαια, μου γαμούσαν όμως κάπως τις κοινωνικές δεξιότητες.

Τις λίγες στιγμές αδυναμίας που υπέκυψα στα γινάτια και τόλμησα να προσφέρω αλκοόλ και παρέα στις γοργόνες, ή το έχυσα πάνω τους, ή αποπειράθηκα να τις πλησιάσω εντελώς επιτηδευμένα καταλήγοντας να δίνω την εντύπωση εν δυνάμει βιαστή. Χάλι. Οπότε αρκούμουν στο να αδειάζω πακέτα και να νιώθω το ξύδι να αραιώνει την ψυχή και το αίμα μου. Μια θλιβερή τελετουργία αν θες, μα επιλογή μου.

Μετά τις πέντε βότκες μου -και αφού ο τροβαδούρος αποτελείωνε το σετ και έβαζε μουσική από κονσέρβα, ξεπόρτιζα για δίπλα. Άλλη βαβούρα από κει. Ο τύπος που το 'χει παίζει ακόμα με σιντί, πράγμα που ακούσια τον κάνει τον απόλυτο χιπστερά. Μα ναι, αυθεντικός. Τουλάχιστον αμφότεροι δεν σερβίρουνε μπόμπες. Πάλι μπάρα λοιπόν, red hot chilli peppers, black rebel motorcycle club και δε συμμαζεύεται. Παναγιά μου, η μουσική που έπαιζε εκεί ήταν φάρμακο στ' αυτιά μου. Στο μαγαζί ακούγαμε πάνω κάτω την ίδια λίστα σε επανάληψη όλο το καλοκαίρι. Αν δω ποτέ το Νταλάρα μπροστά μου θα τον φτύσω στο στόμα.

Και κάπως έτσι την έβγαζα προς το τέλος της σεζόν, με εξαίρεση τις μέρες που άραζα σπίτι να μαζέψω κάνα επιπλέον ροχαλητό. Τα εικοσάευρα μου φεύγανε σαν τσιγαρόχαρτα μα κάθε σέντσιο το 'χα ιδρώσει και το χαιρόμουνα. Τι να τα κάνω δηλαδή, να τα κλωσσήσω?

Τι είμαι, κότα?

Τα αγάπησα πάντως αυτά τα δυο μαγαζιά, αλήθεια. Ήταν ο δικός μου κήπος της Εδέμ, μόνο που ήμουν και ο Αδάμ και το φίδι. Ήταν μια μικρή θάλασσα αυτές οι μοναχικές τσιγαρόπνιχτες βραδιές, κι εγώ έκανα ύπτιο μες στα ποτήρια. Δεν θα 'θελα να το 'χα με κανένα άλλο τρόπο.

Κάτι ακόμα που αγάπησα σ' αυτά τα δυο μπαράκια -παρόλο που δεν με είχα για τέτοιο τύπο- ήταν οι τουαλέτες τους. Του χιπστεράδικου, τίγκα στυλιζαρισμένες, με έντονα χρώματα και χαμηλά, θολωτά φώτα. Με ρουστίκ βρύσες, παλιοί σωλήνες παντού, και τα πλακάκια στους τοίχους πολύ στυλάτα, ειδική παραγγελία απ' την Αγγλία. Το κατούρημα γινόταν μια σικ απόλαυση, σκέτη ντόπα. Το παλιοροκάδικο από την άλλη καμία σχέση, ξεχαρβαλωμένοι νιπτήρες και σοβάδες να φεύγουν απ' το ταβάνι. Μα είχε δυο καθρέπτες τοποθετημένους σε τέτοια γωνία ώστε να μπορείς να τσεκάρεις τον εαυτό σου απ' το πλάι και από πίσω, και πολύ την έβρισκα μεθυσμένος να τσεκάρω το προφίλ και τον κώλο μου.

Μια απ' τις τελευταίες νύχτες που πέρασα καμπουριασμένος στις ξύλινες μπάρες των αγαπημένων μου δηλητηριαστήριων, έτυχε να σκάσουν μύτη τέσσερις έφηβες Σερβίδες. Με τα όλα τους. Μία για κάθε γούστο. Η σιωπηλή συνεσταλμένη που λιβάνιζε το ποτήρι της, η κάπως πιο ξεβγαλμένη που φλέρταρε με τους θαμώνες, η ξεπεταγμένη που χόρευε σαν να την πληρώνουνε, και η τέταρτη και καλύτερη, μια θεόμουρλη καστανομάλλα που τσίριζε και κοπανιότανε σα να 'χε γλείψει το μουστάκι του Εσκομπάρ. Μία προς μία, αστέρια λαμπερά σε ξάστερο ουρανό χωρίς φεγγάρι.

Την πρώτη φορά που τις είδα λοιπόν, δεν έδωσα σημασία. Την επόμενη νύχτα όμως ήτανε πάλι εκεί. Είχε τύχη να είμαι με ένα φίλο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως του 'χα πει, “Κώστα, έχω πολλά λεφτά πάνω μου και σκοπεύω να τα φάω όλα”. Δεν είπε όχι ο Κώστας, είναι θαλασσινός. Και έτσι έγινε. Στην αρχή είπα να πάρω μπουκάλι, αλλά δεν είμαι τέτοιος τύπος. Μετά είπα να κεράσω από ένα σφηνάκι όλο το μαγαζί, μα τελικά ούτε τέτοιος είμαι. Κέρασα εμένα, τον Κώστα και, άντε, παρήγγειλα και μια γύρα σφηνάκια για τις Σερβίδες. “Άστες ρε να παν να γαμηθούν αλλού”, μου 'χε πει τότε ο Κώστας, “έλα να τα πιούμε εμείς”, και συμφώνησα. Εμπιστεύτηκα τη λογική του, αφού η δικιά μου αρκετά συχνά με προδίδει.

Η σερβιτόρα όμως τα είχε πάει στο τραπέζι τους πριν προλάβω να της δώσω άκυρο. Οπότε, φακ ιτ, σηκωθήκαμε και εμείς και πήγαμε να τσουγκρίσουμε με τα κορίτσια. Χελόου, απο πού είστε κορίτσια? Τίποτα. Κοίταζαν διστακτικά μία εμένα και μία τα ποτήρια. Τελικά τα σήκωσαν, τσουγκρίσανε απαθέστατα και τα άφησαν στο τραπέζι μισοπιομένα. Η συνεσταλμένη μάσησε ένα θενκ κιου, μου το έφτυσε στη μούρη και γύρισε απ' την άλλη επιδεικτικά. Η μουρλή καστανομάλλα μόνο το κατάπιε. Μου χαμογέλασε με νάζι και γύρισε στο χορό της. Ξανακάτσαμε κι εμείς από τη μεριά μας να συνεχίσουμε το δύσκολο έργο.

Πιο μετά κάναμε ακριβώς το ίδιο και από δίπλα στο ροκάδικο θαρρώ, δεν είμαι σίγουρος. Αργά ή γρήγορα επήλθε κάποιο είδος κατολίσθησης στη συνοχή των γεγονότων. Θυμάμαι μόνο πως το επόμενο πρωί ξύπνησα -πάλι καλά- στο κρεβάτι μου, δυόμισι ώρες όμως αργότερα απ' ότι έπρεπε. Στα αριστερά μου, μια ξανθοκάστανη χαίτη. Στα δεξιά μου, μια λίμνη από ξερατά στο πάτωμα· μισοχωνεμένα μακαρόνια με κιμά, και άλλα ακατονόμαστα υγρά. Δεν σκέφτηκα καθόλου, δεν είχα την πολυτέλεια την επεξεργασίας. Πέταξα πάνω μου δυο ρούχα, έβαλα γυαλιά και τσακίστηκα στη δουλειά γαβγίζοντας. Δεν είχα δικαιολογία για το αφεντικό, ήμουν πρησμένος, ξεμαλλιασμένος, βρώμικος και έζεχνα σεξ, αλκοόλ και ιδρώτα· ήμουνα ένα ατύχημα. Είπα απλά συγνώμη.

Όταν σχόλασα για μεσημέρι κατέβηκα στην παραλία, ήπια χαλαρά ένα φρέντο χαζεύοντας το τελευταίο τουριστικό κύμα, και μόνο ενώ παρήγγειλα μαγιονέζα στις πατάτες και ταμπάσκο στο μπέργκερ θυμήθηκα την κοπέλα. Πρώτα σαν όνειρο, μετά σαν φευγαλέα αλκοολική ανάμνηση, μετά σαν αμάσητο κομμάτι φαγητού που κατεβαίνει αργά στο λαρύγγι.

Σκατά. Την κλείδωσα μέσα? Νομίζω την κλείδωσα μέσα, σκατά. Γύρισα άρον-άρον σπίτι με το φαγητό ανά χείρας. Το σχέδιο μου να ξορκίσω το χανγκόβερ γουρουνιάζοντας και βλέποντας Rick & Morty γαμήθηκε πατόκορφα. Γνωριμίες, φιλάκια. Ιστορίες. Χριστέ μου... Δεν είχα καμία όρεξη. Και όλο το χάος στο δωμάτιο. Δεν είχα όρεξη γαμώτο, καμία όρεξη. Ήθελα να βουτήξω στη μαγιονέζα και να κοιμηθώ βαριά ένα δίωρο πριν ξαναπιάσω δουλειά, να μην χρειαστεί να αλλάξω κουβέντα με κανένα. Δεν ζητούσα πολλά. Δεν ήθελα ούτε κλαρινογαμπριλίκια ούτε πίπες ούτε τίποτα. Ήθελα να χυθώ σα λουκουμάς δίπλα στο ξερατό μου και να λιώσω καρφωμένος στην οθόνη. Η μικρή τα χαλούσε όλα. Θα έπεφτε γκρίνια. Θα έπεφτε πανικός. Ίσως και τσατίλα και έτσι. Και χάπια της επόμενης μέρας ίσως. Χριστέ μου...

Μα η Σερβίδα δεν ήταν εκεί. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Τα ξερατά σφουγγαρισμένα, το κρεβάτι στρωμένο. Το δωμάτιο ψιλοτακτοποιημένο, η μπαλκονόπορτα ανοιχτή και το κορίτσι άφαντο. Η μουρλή είχε πηδήξει τρία μέτρα απ' το μπαλκόνι στο δρόμο. Κοίταξα δύσπιστα μέσα στη ντουλάπα και κάτω απ' το κρεβάτι, μα του κάκου. Έψαξα να βρω κάποιο σημείωμα, κάτι. Του κάκου. Τα μόνα που λείπανε ήταν ένα αποξηραμένο τριαντάφυλλο, ο φορτιστής μου και ένα εικοσάευρο απ' το κομοδίνο. Και η μουρλή.

Αποδέχτηκα το γεγονός ψύχραιμα, τα απολεσθέντα υλικά αγαθά σαν αναπόφευκτες παράπλευρες απώλειες μιας ανήσυχης νύχτας. Σαβούρωσα το μπέργκερ και κοιμήθηκα, ήρεμος που η μικρή ήρθε και έφυγε απ' τη ζωή μου τόσο γρήγορα, με τη χάρη ενός ατυχούς ανοίγματος της πόρτας μιάς κατειλημμένης τουαλέτας.

Αμ δε.

Την επόμενη ήτανε πάλι στο μπαρ. Και τη μεθεπόμενη. Και τέσσερις ακόμα βραδιές μετά απ' αυτή, εκεί, η ίδια γαμημένη κοριτσοπαρέα, να ρίχνει βλέμματα και να χαχανίζει, να σειέται και να λυγιέται μπροστά μου σαν να μην υπάρχει αύριο.

Και η καστανομάλλα, φωτιά. Να χορεύει με τη λύσσα Τούρκου ανασκολοπιστή, να κουνάει μαλλί και κώλο πέρα-δώθε σαν ξεχαρβαλωμένη. Αλλά με χάρη, σίγουρα με χάρη. Ντράπηκα, είναι η αλήθεια όταν την ξαναείδα και δεν της μίλησα. Ούτε κι αυτή σε μένα δηλαδή. Για δυο βραδιές σερί καθόμουνα στην μπάρα του χιπστεράδικου με πλάτη στις Σερβίδες και κατέβαζα βότκες, τζιν και σφηνάκια απ' ότι μου 'χε λείψει, προσπαθώντας να κουνήσω τις γόπες στο τασάκι με το μυαλό μου.

Αυτές, τα ίδια. Πίνανε -αν έχεις το θεό σου- σαμπάνια σε κολονάτα ποτήρια και γουστάρανε τον μαριάτσι στη σκηνή. Πού και πού η δικιά μου ερχότανε προς τα πολύ κοντά, με σκουντούσε άθελά της, έριχνε ένα βαθύ βλέμμα και συνέχιζε να χορεύει. Ίσως να της χρωστούσα ένα συγνώμη, ή ένα ευχαριστώ ή κάτι τέτοιο· καταβάθος πίστευα όμως πως θέλανε απλά να τις κεράσω σφηνάκια, ή την προσοχή μου, ή και τα δύο.
Την τρίτη νύχτα, ενώ έπλενα τα χέρια μου στο νιπτήρα μετά από ένα πολυτελές κατούρημα, η φευγάτη μπήκε στην τουαλέτα και βάλθηκε να πλένει τα χέρια της δίπλα μου. Παρατήρησα πως ήταν πολύ άσχημα καμμένη. “Watch yourself, sunburn girl”, της είπα. Αυτή χαμογέλασε, με κοίταξε με νόημα και είπε με πολύ τουπέ, “We're not going to be here forever you know. Tomorrow is the last night”. Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Σάστισα κάπως. Δεν είπα τίποτα. “Okey”, είπε, και ξαναβγήκε. Οκέυ. Ιτσ όκευ.

Την επόμενη νύχτα έγινα στουπί. Κόκκαλο. Λατέρνα. Ακορντεόν. Σαμπρέλα. Δαυλί. Ναι ήταν η τελευταία τους νύχτα, μα ήταν και η δική μου τελευταία νύχτα στο νησί, και δεν έδινα δεκάρα. Το ξημέρωμα θα είχα την ελευθερία μου πίσω. Ήπιαμε δυο μπουκάλια κρασί στο μαγαζί με τους συνάδελφους, στο καπάκι τρεις μπύρες στο μπεργκεράδικο, στο καπάκι σφηνάκια στη γύρα, στο καπάκι για ποτό στα γνωστά. Ο παίδαρος έπαιζε, το 'χα μάθει απ' έξω πια το σετ του. Γινόταν χαμός. Και ναι, να τα τα κορίτσια, να δίνουν ρεσιτάλ έκτη νύχτα στη σειρά, χαμός στο ίσωμα. Σαμπάνια, πλατούλες-κοιλίτσες απ' έξω και οι κώλοι εκκρεμές. Εγώ πάλι, τις βότκες μου, το πακέτο μου και να χαζεύω τον κόσμο. Με διακατείχε μιά κάποια αμηχανία βέβαια. Η έξαψη της τελευταίας νύχτας. Το άγχος της τελευταίας ευκαιρίας, αλλά της τελευταίας ευκαιρίας για τι ακριβώς? Δεν υπήρχε και πολύ δυνατότητα για κάτι πραγματικά ενδιαφέρον. Κυρίως ήθελα να ξεσουρώσω μεσημέρι στην άλλη άκρη της θάλασσας.

Αριστερά τα κορίτσια, δεξιά τα αγόρια. Σαν παρωδία σχολικού χορού μοιάζαμε, και δεδομένου του μέσου όρου ηλικίας εκεί μέσα, δεν απείχε και πολύ. Δίπλα μου καθόταν ένας τύπος, σαρανταφευγάρης. Ψηλός, γκρίζο μαλλί μέχρι το λαιμό, κουλ τύπος. Μου 'πιασε την κουβέντα, τα ψιλοείπαμε. Γερμανός, είχε κάτι δωμάτια πιο πέρα, ελληνικά δεν ήξερε πάντως. Με ρώτησε αν πίνω μαύρο. Του λέω όχι. Με ρωτάει αν θέλω ένα ποτό. Του λέω ναι. Νόμιζα πως μου την έπεφτε πλαγίως μα δεν με ένοιαζε.

“These girls are awesome man, I wanna fuck them”, μου κάνει.

“Good for you mate, Ι'm here to drink”, του λέω. “If you wanna fuck them though, you should buy them some shots”.

Με κοίταξε με απορία, λες και του ξεφούρνιζα κάποιο αρχαίο μυστικό. “You think?”

“Sure”.

Και ψήθηκε ο μπάρμπας. Τις κέρασε μια τεκίλα με πορτοκαλάκι και απ' όλα, και προσπάθησε να τους πιάσει την κουβέντα, χωρίς αποτέλεσμα. Τον κλάσανε πανηγυρικά. Όταν γύρισε του είπα, κέρασέ τες και ένα δεύτερο και θα σου κάτσουνε, μα αυτή τη φορά μην πας εκεί, κάτσε εδώ και κλεισ' τους το μάτι από τη μπάρα, μυστήριος φάση.

“You think?”.

“Sure”.

Το 'κανε ο γερο-τράγος. Φυσικά τον ξανακλάσανε, απλά λύθηκαν στα γέλια. Το διασκέδαζα που να με πάρει ο διάολος. “Αυτά τα κορίτσια είναι επαγγελματίες”, μου είπε απογοητευμένος. Τέλειωσε το ποτό του και έφυγε μπουχτισμένος. Μετά από λίγη ώρα βαρέθηκα το σόου και ξεπόρτισα και εγώ για το κυρίως πιάτο, από δίπλα.

Πρώτος-πρώτος που αντίκρισα, στρογγυλοκαθισμένος στο αγαπημένο μου σκαμπό, ο Γερμαναράς. Δεν είχε πάει μακριά.

“My friend”, λέει, “come on, I'm buying you another one”.

“Sure”.

Ένας Γερμανός ξενοδόχος και ένας Έλληνας σερβιτόρος μπαίνουν σε ένα μπαρ. Σαν κακό ανέκδοτο ήμασταν. Παρέα θέλαμε, κι αυτός κι εγώ, όπως όλοι. Κουτσοπίναμε κι ανταλάζαμε απόψεις και ιστορίες, βρίζαμε τους ανθρώπους, τον κόσμο, το θεό. Και αργά η γρήγορα, τσουπ, να 'τα και τα κορίτσια. Τις περίμενα. Βλέπεις δεν το 'χα μόνο εγώ δίπορτο· όλοι όσοι δεν γουστάρανε τα κλαμπς το ίδιο δρομολόγια κάνανε. Κλείναμε το χιπστεράδικο και ερχόμασταν στο Άλαμο να πιούμε όσο φαρμάκι προλαβαίνουμε πριν το ευλογημένο ξημέρωμα.

Ο δικός μου είχε κολλήσει με τις μικρές. Του τρέχανε τα σάλια και δεν έλεγε να ξεκολλήσει.

“Do you think I should maybe buy them another shot?” ρώτησε.

Και προς στιγμήν μου φάνηκε πως θα 'χε πλάκα να τον βάλω να τις κερνάει αβέρτα όλη νύχτα μα δεν ξέρω, ένιωσα λίγο άσχημα. Ήταν κωμικό· εγώ, απ' όλα τα άτομα, να δίνω συμβουλές σ' ένα τύπο με τα διπλάσια χρόνια μου. Ίσως με τσάτιζαν και οι γκόμενες απ' την άλλη, όλο αυτό το στημένο στυλάκι. Έμοιαζαν με δολώματα. Σέξι, νεανικά δολώματα. Και εμείς οι χάνοι.

“Let's just drink man”, του είπα και παρήγγειλα δυο σφηνάκια. “These girls are impossible”.

Και πριν προλάβω καλά-καλά να τελειώσω τη φράση μου, να 'σου ένα τυπάκι από το πουθενά, λιμοκοντόρος με τα όλα του, πιάνει την καστανομάλλα και της αρχίζει ένα μπίρι-μπίρι πρώτης κλάσεως. Και να γελάει αυτή και να πουλάει αυτός τον σάπιο πρόλογό του χειρονομώντας σαν τροχονόμος, και να τραντάζονται απ' τα γέλια και να πιάνονται.

“Oh my God”, κάνει ο δικός μου, “Are you seeing this? How is he doing that!”.

Και όντως το παλικάρι έδινε ρέστα· τις είχε πιάσει και τις τέσσερις και καθότανε στη μέση με το κουστουμάκι και τα τέτοια του και τις έπλαθε σαν ζυμάρι. Τις πέθαινε. Όλο το μαγαζί τον κοίταζε με ζήλια και θαυμασμό, σαν τον μεσσία. Σιγά-σιγά έχωσε και τα φιλαράκια του στη φάση και γίνανε όλοι μαζί μια ωραία παρέα.

“What the hell is he saying? He is the magicman!”. Του 'χανε πέσει τα σαγόνια του φίλου, και δικαιολογημένα. Τι να του έλεγα. Δεν είχα ιδέα τι σκατά μπορεί να τους τσαμπουνούσε τόση ώρα. Εγώ ούτε κουβέντα για τον καιρό δεν μπορώ να πιάσω. Άλλοι μπορούν να βγάλουν γκόμενα συζητώντας για την ψωρίαση. Ή το 'χεις ή δεν το 'χεις. Παρήγγειλα δυο σφηνάκια ακόμα και τα κατεβάσαμε σιωπηλοί παρατηρόντας το μυστήριο. “To the magicman!”.

Αργά ή γρήγορα χαιρέτησα το φίλο, χαιρέτησα και τα παιδιά πίσω απ' τη μπάρα κι έκανα να φύγω. Κι έτσι όπως φοράω το μπουφάν και σηκώνομαι, βλέπω τη μικρή να ξεκόβει αργά απ' την παρέα και να με πλησιάζει. Την πλησιάζω κι εγώ. Στέκεται πολύ κοντά μου. Είναι και αυτή τύφλα, ίσως πιο πολύ από μένα. Με κοιτάει, την κοιτάω. Χαμογελάει κάπως, ένα σχεδόν παιχνιδιάρικο μειδίαμα, της χαμογελάω κι εγώ. Δεν μου μιλάει, δεν της μιλάω. Κοιτιόμαστε. Τι να της έλεγα άλλωστε? Θες να 'ρθεις σπίτι μου να λιποθυμήσουμε παρέα στο κρεβάτι μου? Αύριο θα σφουγγαρίσω εγώ τα ξερατά κι εσύ θα με κλειδώσεις μέσα, ψήνεσαι?

Έγειρε το κεφάλι, σήκωσε το χέρι της και ανοιγόκλεισε την παλάμη, μπάι-μπάι. Της έκλεισα το μάτι και βγήκα. Και δεν ξέρω κοντοστάθηκα εκεί απ' έξω. Ίσως όντως να ήθελα να λιποθυμήσω μαζί της στο κρεβάτι. Δυο νεκρωμένα κορμιά σε ένα βρώμικο στρώμα είναι σίγουρα καλύτερα από ένα. Και που ξέρεις. Θα μπορούσα να την πάρω μαζί μου για καμιά αλητεία στην μαγευτική Ελληνική επαρχία. Άμα την άφηνε ο μπαμπάς της. Ή θα μπορούσα να πάω να τη δω στη Σερβία, να την πάρω το μεσημέρι απ' το σχολείο. Να μου πει τι μαθήματα κάνουνε εκεί στη δευτέρα λυκείου.

Κοίταξα μέσα απ' το γυάλινο παράθυρο. Με είδε. Σήκωσα το χέρι και της έκανα μπάι-μπάι χαμογελαστός. Αυτή με κοίταξε ανέκφραστη, διστακτική και περίεργη· έδωσε αργά δυό φιλιά στην παλάμη της και μου τα φύσηξε, δυό Σέρβικα φιλιά στον αέρα. Και γύρισε στο ποτό της, στις φίλες της, στον πολυλογά τζιτζιφιόγκο με τη χρυσή γλώσσα, στη δυνατή μουσική.

Δεν ήθελα να γυρίσω σπίτι, τουλάχιστον όχι αμέσως. Μέτρησα τα ψιλά που μου 'χανε μείνει στην τσέπη και ξαναμπήκα στο χιπστεράδικο για ένα τελευταίο ποτό. Ήταν και η δική τους τελευταία νύχτα· κλείνανε για τη σεζόν. Τα 'παμε λίγο, δώσαμε ραντεβού για του χρόνου. Συζητήσαμε τα σχέδιά μας για το χειμώνα, αγκαλιαστήκαμε.

Πήγα για μια ύστερη φορά στην πολυτελή τουαλέτα τους. Έπλυνα τα χέρια μου στο πορσελάνινο νιπτήρα, θαύμασα την πολυπλοκότητα των σωληνώσεων. Στην χέστρα τα 'κανα σκατά, ήμουνα πολύ μεθυσμένος. Πήρα ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί, το τύλιξα· σκούπισα πολύ προσεκτικά γύρω-γύρω τη λεκάνη απ' τα κάτουρα και τις τρίχες. Γυαλί την έκανα. Σήκωσα τα πεσμένα κωλόχαρτα απ' το πάτωμα και τα 'ριξα μέσα στον κάδο. Εκτίμησα περήφανος τη δουλειά μου. Εκτίμησα τον προσεγμένο χώρο, το μεράκι των παιδιών. Ήταν μια πραγματικά πολύ ωραία τουαλέτα.

Δεν ξέρω γιατί είμαι έτσι διάολε.




Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Ω, λα λα!

Έχω την τάση να κρίνω τον χώρο στον οποίο μένω με βάση το πόσο ουρανό βλέπω απ' τα παράθυρα. Τις τελευταίες μέρες, μένω στο δωμάτιο τέσσερα ενός μοτέλ των δεκαπέντε ευρώ τη νύχτα. Το μερίδιο του ουρανού που μου αναλογεί σπάνια υπήρξε μικρότερο.

Βρίσκεται ενάμισι μέτρο μέσα στη γη, πράγμα που σημαίνει πως είναι υγρό, μουχλιασμένο και σκοτεινό. Για δεκαπέντε ευρώ ακόμα θα μπορούσα να ξεκλειδώσω μια πόρτα μέσα στο δωμάτιο που θα μου δίνει πρόσβαση σε ένα κουζινάκι, ένα νεροχύτη κι ένα ψυγείο.

Την πρώτη νύχτα που μπήκα, γύρω στα μεσάνυχτα, το δωμάτιο μύριζε κάτουρο, ιδρώτα, πουτσίλα και μούχλα, όλα μαζί. Η χέστρα μια αηδία. Ούτε σεντόνια, ούτε πετσέτες, ούτε κωλόχαρτο. Το βράδυ κάποια ξελιγωμένα έντομα με βίασαν, κι ακόμα αναρωτιέμαι αν το στρώμα έχει κοριούς, μα δεν έχω το σθένος να το σηκώσω και να δω από κάτω. Προτιμώ να μην ξέρω.

Αυτά τα δωμάτια τα νοικιάζουν κυρίως μπατίρηδες ναυτικοί, οπότε ο ιδιοκτήτης ποτέ δεν έδωσε πολύ σημασία στις ανέσεις, ή στις υποδομές, ή στην καθαριότητα. Τα έπιπλα μοιάζουν να μαζεύτηκαν απ' τα σκουπίδια, χωρίς να καθαριστούν. Στα περισσότερα είναι κολλημένα αυτοκόλλητα από γιαουρτάκια και τσίχλες. Μέσα στη ντουλάπα είναι χαραγμένα καμιά εικοσαριά ονόματα και ημερομηνίες, κάποια ξένα κάποια ελληνικά, όλα αντρικά.

Την πρώτη νύχτα που μπήκα μέσα λοιπόν, κανονικά θα 'πρεπε να 'χω φρικάρει, να πάρω των ομματιών μου και να πάω στο διπλανό ελαφρώς πιο κυριλέ ξενοδοχείο των 25 ευρώ τη νύχτα. Να κάνω ένα ζεστό μπάνιο και να ξαπλώσω στο φρεσκοπλυμένο σεντόνι, μόνος μου, χωρίς μια στρατιά πεινασμένα σκατάκια να με τσιμπολογάνε. Αλλά δεν ξέρω, πείσμωσα. Δεν είχα μείνει ποτέ σε χειρότερο μέρος -χωρίς να μετράμε την ύπαιθρο. Ήθελα να δω πως είναι, να ξέρω αν μπορώ να το διαχειριστώ. Ούτως ή άλλως ούτε λεφτά είχα για πέταμα, ούτε με ενδιέφερε ποτέ ιδιαίτερα η θέα, ή οι ανέσεις, ή οι υποδομές, ή η καθαριότητα.

Μετά από δυο μέρες ένιωθα σαν το σπίτι μου. Πήρε βέβαια μισό μπουκάλι χλωρίνη και ώρες τριψίματος, αερίσματος και γενικού σουλουπώματος. Πίσω απ' τα έπιπλα δεν τολμώ να κοιτάξω, ούτε καίγομαι. Μετά από σκληρά παζάρια μου άνοιξαν την κουζίνα στην ίδια τιμή. Το πρώτο μαγειρεμένο γεύμα ήταν μια μικρή νίκη, απ' αυτές που σε γεμίζουν μ'ένα αίσθημα περηφάνιας, κάτι σαν "φακ γιε, είμαι ενήλικας."

Οι τοίχοι είναι φτιαγμένοι από τσιγαρόχαρτο, ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται. Μέσα σε λίγες ώρες ακρόασης μπορούσες να μάθεις την πλήρη οικογενειακή και γκομενική κατάσταση των υπόλοιπων ενοίκων, καθώς και τις πορνογραφικές προτιμήσεις όσων διέθεταν λάπτοπ. Οι περισσότεροι όμως την κάνουν μετά απο δυο-τρείς μέρες. Σε κάποια φάση που βρέθηκα μόνος στο μοτέλ ένιωσα μια πρωτοφανή μοναξιά χωρίς το μπούρου - μπούρου απ' τις μονίμως ανοικτές τηλεοράσεις και το τζίγκι - τζίγκι απ τα ποτήρια. Άλλες μέρες υπέκυψα στο κλισέ του εργένη ταξιδιώτη και κάθισα να πιω δυο μπύρες βλέποντας χαζομάρες μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Μια άλλη έγινα στουπί και κόντεψα να δείρω τον ρεσεψιονίστ, μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Ο κοινός χώρος του μοτέλ αποτελείται από δυο θεόβρωμες πολυθρόνες, ένα ξεχαρβαλωμένο τραπεζάκι (κι άλλα αυτοκόλλητα) και ένα παλιό, χαλασμένο ψυγείο γεμάτο περιοδικά. Δίπλα, ένας πάγκος με δυο σκονισμένες καφετιέρες, πλαστικά ποτήρια, καλαμάκια και τρία-τέσσερα βάζα. Ακριβώς από πάνω τους, μια ξεθωριασμένη Α4 κολλημένη με σιλοτέιπ προσφέρει δορεάν καφέ. Όταν έβγαλα το καπάκι του νεσκαφέ αντίκρισα μια μαύρη, συμπαγή μάζα. Όταν άνοιξα το βάζο με τη ζάχαρη είδα μια ψαλίδα να κόβει βόλτες ευτυχισμένη πάνω στα κρυστάλλινα λοφάκια.

Η τηλεόραση μοιάζει έτοιμη να εκραγεί, το ψυγείο τρέχει, τα μάτια της κουζίνας είναι αργά, ο φούρνος δεν δουλεύει, το νερό είναι ελαφρώς καφέ και δεν πίνεται, το ρεύμα κάποιες νύχτες πέφτει, το βράδυ αδέσποτα σκυλιά γαβγίζουν δίπλα στο παράθυρο, η κουζίνα έχει κατσαρίδες. Εκτός αυτού, η πρίζα του φουρνακίου είναι ακριβώς δίπλα του στο ύψος της κατσαρόλας, οπότε αν σου φύγει λίγο νερό, έγινες κροκέτα. Το μπάνιο είναι 1x1 νιπτήρας-χέστρα-ντους στριμωγμένα και το φως κρέμεται από ένα καλώδιο στη μέση του δωματίου. Αν δεν είσαι προσεκτικός με το τηλεφωνάκι, έγινες κροκέτα. Και τέλος, οι σωληνώσεις της τουαλέτας είναι τόσο κοντά στο βόθρο που το νερό είναι πάντα καφεμαύρο και βρωμάει ανελέητα. Πρέπει να πατήσεις καζανάκι τέσσερις φορές για να ξορκίσεις το σκατό στα βάθη, και ακόμα και τότε, αργά ή γρήγορα αυτό θα επιστρέψει παρέα με τους φίλους του.

Με τα πολλά αν μπει εδώ μέσα το υγειονομικό τους έχει γαμήσει τα πρέκια. Γιαυτό και είναι 15 ευρώ τη νύχτα. Χωρίς απόδειξη, 13 όλα μαζί. Είναι βολικό όμως. Γιατί οι ίδιοι δεν σέβονται τον χώρο τους, ούτε εσένα. Οπότε εγώ που πλερώ, δεν έχω καμία υποχρέωση να σεβαστώ ούτε το χώρο, ούτε αυτούς, έτσι? Έτσι. Αλλά τους μιλάω στον πληθυντικό. Όταν κάνω μαλακίες ζητάω συγνώμη και όταν φύγω θα το αφήσω στην τρίχα το δωμάτιο, έτσι, για την ανθρωπιά και το γαμώτο.

Και γενικά, εγώ ξες, ράμπο μ'αυτά, έβγαλα άκρη. Έχω περάσει από τρώγλες επί τρωγλών, κάποιες τις έχω δημιουργήσει από τη μηδέν. Το μόνο που κάπως με δυσκόλεψε ήταν οι αράχνες. Το μοτέλ δεν έχει μόνο αυτές τις συμπαθητικές καρλότες με τα μακριά, λεπτά ποδάρια που αράζουν τσιλ & κουλ στους ιστούς τους. Έχει και πολλές από τις άλλες, τις απειλητικές ταραντουλοειδείς, με τις χοντρές κοιλιές και τα τριχωτά μπούτια. Και είναι παντού οι καριόλες. Τρυπώνουν στις τσάντες, μέσα στα ρούχα μου, είναι κάτω απ' τα έπιπλα, κάτω απ' το κρεβάτι μου, κάτω απ' τα τετράδια, τα πιάτα και το σλίπι μπαγκ μου.

Συνήθως ό,τι βρίσκω να κυκλοφορεί στο χώρο μου με πάνω από τέσσερα πόδια, το λιατσάζω, είμαι φασιστάκος με αυτά. Με τις αράχνες όμως είναι αλλιώς. Τρως τα κουνούπια μου, δεν σ'ενοχλώ. Βασανίζομαι λιγότερο, απολαμβάνουμε και οι δυο τη γλυκιά αρμονία της συμβίωσης. Αν είσαι καλό κορίτσι θα σε ταΐζω και μυγούλες, θα σου βγάλω και όνομα. Στη στη γωνία σου όμως, ή σε αθέατους χώρους ε. Πάτωμα? Θάνατος. Κρεβάτι? Θάνατος. Γραφείο? Θάνατος. Κουζίνα, χέστρα, ντουλάπα, τοίχος, θάνατος. Τις θέλω ή στους ιστούς του ή κρυμμένες στις σκιές. Οι αράχνες είναι η ένοχη ντροπή που έχω ανάγκη για να κοιμάμαι ήσυχος να βράδια.

Δεν γκρινιάζω βεβαίως. Προτιμώ οι γείτονες να μη γνωρίζουν την ύπαρξή τους. Κατά πάσα πιθανότητα αντιμετωπίζουν και οι ίδιοι παρόμοιας φύσεως προβλήματα μα κάνουμε όλοι μόκο. Ξέρουμε πως δεν θα 'μαστε εδώ για πολύ και δεν μας νοιάζει. Για παράπονα στη διεύθυνση ούτε λόγος, είναι προφανώς και απροκάλυπτα εντελώς στα αρχίδια τους.

Θα μπορούσα να κάνω ένα ντου με χημικά από την πρώτη μέρα, μα φοβάμαι πως θα γεμίσει ο τόπος οργισμένα, τοξικά αραχνάκια που θα κόβουν βόλτες στο μαξιλάρι, στα σώβρακα και τα πιάτα μου. Όσο για τα κουνούπια, θα μπορούσα να πάρω ένα αντικουνουπικό ή ένα φιδάκι, μα δεν διαθέτω να κονδύλια. Οπότε σκάω. Ποδοπατώ ό,τι με ενοχλεί, αφήνω ήσυχο ό,τι εξυπηρετεί την άνετη διαβίωσή μου και κάνω πως δεν τρέχει πράμα.

Τις βλέπω όμως στα όνειρά μου. Στα όνειρα μου έχουν καταλάβει το σπίτι απ' άκρη σ'άκρη. Ιστοί χοντροί σαν πετονιά με παγιδεύουν σαν το Φρόντο σ'εκείνη τη σπηλιά. Αρθρόποδα σε μέγεθος γάτας καραδοκούν σε κάθε σκιά και θέλουν να με διώξουν απ' το παράθυρο. Σε κάποια, φέρνουν τους τσαλαπατημένους τους νεκρούς μπροστά μου και τους τρώνε ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Σε άλλα, κρύβομαι εγώ πίσω απ' τη ντουλάπα όσο αυτές βλέπουν τηλεόραση ή κάνουν καφέ στην κουζίνα. Μια νύχτα που με πιάσαν αναγκάστηκα να κόψω το πόδι μου και να το αφήσω πίσω να το φάνε προκειμένου να γλιτώσω, σαν σαμιαμίδι.

Πάντως, ναι, βγάλαμε άκρη εγώ και το σπίτι. Κι ας είναι το ντους αγχωμένη γιόγκα, κι ας ελλοχεύει η άκρη της κουράδας μέσα στο νερό, πίσω απ' την κιτρινιασμένη πορσελάνη. Βάζω τρίτο πρόγραμμα στο τρανζίστορ και γράφω τις πίπες μου κατεβάζοντας βεργίνες. Τη μέρα σουλατσάρω στην ιχθυόσκαλα και τα λέμε με τις λιμενόγατες. Κάνω μπουγάδα και απλώνω τις φανέλες μου στην αυλή, βγάζω πολυθρόνα στο ηλιόλουστο γρασίδι και παίζω κλαρίνο. Λέω από την πρώτη μέρα να πάω για τρέξιμο στον ντόκο, μα δεν πάω, ποτέ δεν πάω. Όταν μαγειρεύω έρχονται δυο κεραμιδί πουτανίτσες στο παράθυρο, μάνα και κόρη, και τους πετάω τορτελίνια. Της μικρής ήμουν ο πρώτος της, έκανε χου στην αρχή μα τώρα γουργουρίζει σαν να μην υπάρχει αύριο. Όταν με βλέπει κάνει νιαρ - νιαρ και χαϊδεύεται στα παπούτσια μου. Μια γειτόνισσα απ' τη διπλανή μονοκατοικία κάποιες φορές με παίρνει μάτι στο μπάνιο, και τη βρίσκω με το δικό μου αρρωστημένο τρόπο. Φαντάζομαι και αυτή.

Θα βρω και χειρότερα. Λίγο πριν φύγω θα χαράξω το όνομά μου στη ντουλάπα. Θα ξεχάσω τέσσερις πέντε μαλακίες, κι όπως πάντα θα τις θυμηθώ όταν θα 'ναι πια αργά. Η Καρμενσίτα, η Ντουντού, η κυρά Μάρω και η Τσικίτα θα με κατευοδώσουν κρατώντας μικροσκοπικά μπουκέτα με λουλούδια, χύνοντας αραχνένια δάκρυα, κουνώντας λιλιπούτεια μαντήλια. Θα πάρω τα συμπράγκαλά μου, θα πάω στη ρεσεψιόν και ο ρεσεψιονίστ θα μου πει όλο χαμόγελα, γαλιφιά και τάχα μου ευγένεια. "Μας φεύγετε κιόλας καλέ? Πως περάσατε?".

Και εγώ θα του πω με μπρίο, κλείνοντας τα μάτια, σηκώνοντας το χέρι, ενώνοντας δείκτη και αντίχειρα. "Ω, λα λα! Εξαίσια! Εξαιρετικά!"

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Ντέηντζερους

Καθόμασταν και οι τέσσερις σ’ ένα συμπαθητικό μαγαζάκι, ρακοταβέρνα απ’ αυτές που ξεφυτρώνουν πια παντού κάθε δεύτερο μήνα. Εγώ, ο Βάγγος, αυτή και η άλλη. Η μια δικιά μου, η άλλη δικιά του, έτσι είχε κανονιστεί, από μόνο του.

Τα παιδιά στο μαγαζί μας ξέρανε, ούτε ένα μήνα δεν είχαν που ανοίξανε, και είχανε για το καλό μια νταμιτζάνα τσίπουρο τριπλής ή τετραπλής αποστάξεως, δυο βαθμούς πριν το καθαρό οινόπνευμα, στην οποία είχαν κολλήσει ένα αυτοκόλλητο με μια νεκροκεφαλή που από κάτω έγραφε ΝΤΕΗΝΤΖΕΡ, και κερνούσανε αβέρτα τους πάντες κι από ένα σφηνάκι.

Εμάς εκείνο τον καιρό μας είχανε γαμήσει με τα ντέηντζερ τους, μόλις έβγαινε αυτή η καταραμένη νταμιτζάνα ξεκινούσαν να τρίζουν τα συκώτια μας, κι εκείνη τη συγκεκριμένη νύχτα το παρακάνανε, έρρεε άφθονο στα λαρύγγια, στο τραπέζι και πάνω μας, εκείνη η νύχτα ήτανε ντέιντζερους.

Γουστάρανε πολύ τα κορίτσια, γουστάραμε κι εμείς. Ούτε που θυμάμαι πως γνωριστήκαμε. Θυμάμαι πως ξεκινήσαμε σ’ ένα μαγαζί που είχανε λάιβ κάτι φίλοι, και μου δώσανε το μικρόφωνο να παίξω σ’ ένα κομμάτι φυσαρμόνικα, και το ‘σκισα, κι όλοι γαμήθηκαν να χειροκροτάνε και να φωνάζουνε, και ένα τυπάκι από πίσω μου ‘δωσε ένα σφηνάκι και το κατέβασα όπως ήταν χωρίς να προσέξω πως κρατούσε κι αυτός ένα και προφανώς περίμενε να τσουγκρίσουμε, οπότε ξαναέφτυσα το ξύδι στο ποτήρι και τσουγκρίσαμε.

Και μετά, η μία η δικιά μου άραζε και τα ‘λεγε πολύ από κοντά με ένα τύπο πρεζομυστήριο, πεταμενοπερίεργο και αυτός της έπιανε το μπουτάκι, οπότε έκατσα δίπλα της, του πήρα το χέρι και το ακούμπησα πάνω στο δικό του μπούτι, πράγμα που δεν άρεσε πολύ στον τύπο, η τύπισα όμως μάλλον γούσταρε γιατί γύρισε προς τα μένα και –ουρανοί!- άρχισε να με φιλάει.

Καταλήξαμε σπίτι τους στα Κάστρα, μαζί μένανε αυτή και η άλλη, και με τη μία τη δικιά μου ρίξαμε φοβερά γαμησάκια μέχρι τα χαράματα. Έπαιρνε αντισυλληπτικά και ήθελε να είμαι ειλικρινής και δοτικός μαζί της πράγμα που καθόλου δεν με χαλούσε εμένα. Κοιμηθήκαμε χαράματα, ξυπνήσαμε βαριά το μεσημέρι, μαγειρέψαμε όλοι μαζί, ήπιαμε καφέ, και αργά το απόγευμα την κάναμε.

Στο δρόμο ρωτάω το Βάγγο τι έγινε με την πάρτη του, και μου λέει, το έπαιξα δύσκολος μπόι, λατίνος εραστής και έτσι. Του λέω δηλαδή? Μου λέει, δεν κάναμε σεεξ, φασωνόμασταν και λέγαμε μαλακίες όλη  νύχτα, και  όταν ξημέρωσε ήθελε να φάει το γιαουρτάκι της, οπότε το άλειψα πάνω στον πούτσο μου και το έγλειψε από ‘κει.

Και γελούσαμε σα βλαμμένα, και νύχτωνε, και κατηφορίζαμε αυτές τις ανελέητες ανηφόρες των Κάστρων βαρώντας τα τακούνια απ’ τις μπότες μας στην άσφαλτο ρυθμικά, τραγουδώντας κάτι αυθόρμητο, ανώριμο και ηλίθιο, χορεύοντας σα χαζά.


Και μου ‘χει σκαλώσει στο μυαλό, μου ‘χει χαραχθεί, να καθόμαστε οι τέσσερις μας σ’ αυτό το ταβερνάκι, να ‘χει χυθεί πάνω στο μπούτι μου ένα σφηνάκι ντέηντζερ κι ο Βάγγος να το ‘χει βάλει φωτιά με τον αναπτήρα, κι όσο εγώ λαμπαδιάζομαι, χτυπιέμαι και τσιρίζω, αυτός να λέει χαλαρός και όλο νόημα, «Μας βάλατε φωτιές ρε κορίτσια, αμάν...», και να γελάει πονηρά κάτω απ’ τα μουστάκια του, ο μαλάκας.

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Το Μαύρο Κοστούμι

Υπήρξε μια εποχή που τα χαρτζιλίκια του παππού ήταν η καλύτερή μου, μπουκάλι, ή μπουκάλι ανάλογα την περίσταση, και όλη η παρέα κώλος να σερνόμαστε στα πεζοδρόμια και να ανταλλάζουμε στραβά φιλιά και άτσαλα μπουνίδια.

Όταν ήμουν δεκάξι, είχα μια μαλλούρα να, μπούκλες-μπούκλες, κι ο πάππος μού 'σταξε μια κατοσταρού για να τα πάρω γουλί. Με πιάσανε για λίγο τα αντιδραστικά εφηβικά μου, αλλά μόνο για λίγο, μετά τα 'κοψα, τσίμπησα το μάνι και το ίδιο βράδυ δέκα άτομα μπουσουλούσαμε στην άσφαλτο, ανταλλάσαμε όρκους αιώνιας φιλίας φτύνοντας σάλια ο ένας στη μούρη του άλλου.

Ίδια φάση και με τα φράγκα που μου 'δινε για παπούτσια και για ρούχα. Ένα ελάχιστο ποσοστό πήγαινε σε κάτι φτηνιάρικο και αναλώσιμο ενώ τα υπόλοιπα τάιζαν (ή ποτίζανε μάλλον) τα βίτσια της ευαίσθητης ηλικίας μου.

Με το κοστούμι όμως ήταν άλλη ιστορία. Καταλάβαινα πως γι αυτόν ήταν πολύ σημαντικό, πως δεν με παίρνει να πάρω μια παλιατζούρα απ' τη λαϊκή και να τσεπώσω το περίσσευμα.

Χρόνια μ' έχωνε ο γέρος να το πάρω και χρόνια αντιστεκόμουν χωρίς να ξέρω πραγματικά το γιατί. Ήταν απ' αυτές τις περιπτώσεις υποσυνείδητης αντίστασης που καταλήγει σε χρόνια αναβλητικότητα. Φαντάζομαι πως δεν μου πήγαινε η καρδιά να τον ρίξω και σ'αυτό. Ή πως απλά βαριόμουνα να μπω στη διαδικασία. Η αλήθεια όμως είναι πως καθυστερούσα αυτή τη μικρή τελετουργία γιατί σήμαινε τη μετάβασή μου στην ενήλικη ζωή. Οι άντρες φοράνε κουστούμια. Έτσι είναι ο κόσμος του παππού μου. Κι εφόσον ο πατέρας μου δεν ήταν παρών, το 'νιωθε σαν υποχρέωση να μου προσφέρει αυτό το δώρο, ως άντρας προς άντρα.

Και τελικά το πήρα το κουστούμι. Μετά από σχεδόν μια δεκαετία, πήγα στο μαγαζί και διάλεξα μαύρο σακάκι, μαύρο παντελόνι, άσπρο πουκάμισο, μαύρη γραβάτα κορδόνι και σταράκια αντί για λουστρίνια. Το πήγα και στο ράφτη να το φέρει στα μέτρα μου. Σαν τρέντυ μαφιόζος μοιάζω μ'αυτό το κουστούμι, όταν με είδε ο γέρος όμως έκλαψε. Κι όχι μ'αυτό το χαρακτηριστικό παραπονιάρικο κλαψούρισμα της γεροντικής άνοιας που βάζει μπρος συνήθως. Έκλαψε από χαρά, με ένα χαμόγελο σφηνωμένο κάτω απ' το γκρίζο του μουστάκι, με τον ίδιο τρόπο που έκλαψε όταν του έπαιξα πρώτη φορά το καλοκαίρι τα κομμάτια μου, στην αυλή, και μαζεύτηκε όλη η γειτονιά και καμάρωνε.

Μου πήρε πάρα πολύ καιρό να καταλάβω πως το κουστούμι που διάλεξα είναι κουστούμι κηδείας, μα μου πήρε ακόμα περισσότερο καιρό να καταλάβω πως ακριβώς αυτός ήταν κι ο σκοπός του. Ο παππούς μου ξέρει πως σιγά - σιγά μας αφήνει, μέρα με τη μέρα. Κι εμείς το ξέρουμε, μα είναι το αμήχανο μυστικό μας. Το θέμα που φυλάμε συνέχεια στην άκρη του μυαλού μας μα ποτέ δεν μιλάμε γι' αυτό. Ένα μικρό οικογενειακό ταμπού. Αλλά ο παππούς μου προνόησε.

Γιατί είμαι ο τελευταίος άντρας της γενιάς που κουβαλάει το όνομά του, κι ο παππούς μου δεν θέλει να πάω στην κηδεία του ντυμένος σαν λέτσος. Θέλει να φοράω ένα ακριβό κοστούμι, κομψό και ραμμένο στα μέτρα μου, να με βλέπουν οι γνωστοί του και να λένε, "Αυτός είναι ο Ορφέας, ο εγγονός του Παρίση, πρώτο παλικάρι, καμαρωτό και όμορφο!". Αυτό θέλει από μένα. Και είναι το λιγότερο που μπορώ να δώσω στον άνθρωπο που ξαγρυπνούσε στο πλάι μου όταν βασανιζόμουν από χίλιες και δυο αρρώστιες.

Για την ώρα, είναι καλά. Σηκώνεται να κατουρήσει και πέφτει συνέχεια ο φουκαράς, δεν τον κρατάνε πια τα πόδια του , και μας παίρνει η γιαγιά τηλέφωνο να 'ρθούμε πέρα να τον σηκώσουμε. Αλλά είναι θηρίο, τα κόκαλά του είναι φτιαγμένα από μπετό. Τριάντα χρόνια στα τσιμέντα και άλλα τόσα στο μέτωπο σ'τα κάνουν αυτά.

Καλά είναι. Τον πιάνει το παράπονο που βαράνε διάλυση μυαλό και σώμα, και κλαψουρίζει, μα μετράει ένα σχεδόν αιώνα ο άνθρωπος. Τι να περιμένεις από ένα υπερήλικο βρέφος.

Καλά είναι. Μια φορά τη βδομάδα κάνουμε μπαρμπέρικο. Του ξυρίζω τα γένια και του ψαλιδίζω το μουστάκι, και πολύ το χαίρεται που τον κάνω ομορφόπαιδο. Πού και πού του παίζω κιθαρούλα. Του δίνω φιλάκια στην καράφλα, και όταν με κοιτάει μ'αυτό το άδειο, χαμένο βλέμμα του θυμίζω τ' όνομά μου γιατί ξέρω πως δεν το θυμάται πια. Και μετανιώνω, μα την αλήθεια, μετανιώνω που δεν του λέω πως τον αγαπάω σήμερα, κάθε σήμερα, γιατί ένα απ' αυτά τα αύριο δεν θα' ναι πια εδώ.

Και θα 'ρθει η ώρα να βγάλω απ' τη ντουλάπα το μαύρο κουστούμι, να καταπιώ τα δάκρυά μου και να σταθώ στην οικογένειά μου, σαν άντρας, όσο θα τον βυθίζουμε αργά, αργά στη γη.